Ήταν μόνη, εντελώς μόνη. Το κλειστό δωμάτιο ήταν ο κόσμος της, μέρες τώρα. Δεν πλησίαζε τα παράθυρα, δεν ήθελε να ξέρει τι υπάρχει έξω απ’ αυτά, οι ομορφιές του κόσμου ήταν μια απέραντη δοκιμασία, δεν ήξερε πια πως να τις αντιμετωπίσει, δεν ήθελε να σκέφτεται τι υπάρχει έξω απ΄ τον δικό της κόσμο. Ο έξω κόσμος ήταν όμορφος, αλλά συνάμα δύσκολος, τραχύς, δεν ήξερε πώς να υπάρξει μέσα σε αυτόν, το είχε προσπαθήσει, ναι, το προσπάθησε για καιρό, αλλά δεν τα κατάφερε, δεν τα κατάφερνε από δειλία ή από αδυναμία. Έτσι, έφτιαξε έναν άλλο δικό της κόσμο, όπου όλα θα ήταν πιο εύκολα, δεν χρειαζόταν να παλέψει τόσο για να επιβιώσει. Δεν θα χρειαζόταν; Έτσι, νόμιζε στην αρχή, πως δεν θα χρειαζόταν. Κι όμως πρόβαλλε σιγά σιγά ένας νέος, πιο ισχυρός αντίπαλος, στιγμές στιγμές παραδινόταν, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει, η σκέψη έκανε το κορμί της να πονάει κι ας πίστευε πως είχε σκάψει τόσο βαθιά μέσα της και είχε βρει τα αναχώματα που χρειαζόταν. Όχι τελικά. Έκανε λάθος. Ο εαυτός μας είναι πιο ισχυρός αντίπαλος και πάντα θα βγαίνουμε χαμένοι όταν προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε. Κατάλαβε. Δεν θα μπορούσε να του κρύβεται συνέχεια, η μάχη ήταν από πριν χαμένη. Άνοιξε τα παράθυρα. Η ομορφιά, που την τυραννούσε για καιρό, της χτύπησε δυνατά το πρόσωπο, την ταρακούνησε βαθιά. Και έτσι κατάλαβε πως ο αγώνας να μπορέσει να υπάρξει μέσα σε αυτήν την ομορφιά έπρεπε να ξαναρχίσει, η μάχη έπρεπε να ξαναδοθεί, έστω κι αν την έχανε για μια ακόμα φορά. Δεν ήταν σίγουρη τελικά τι είχε μεγαλύτερη σημασία, να δίνεις την μάχη ή να την κερδίζεις; Ήξερε πια πως μόνο μια μάχη δεν ήταν δυνατόν να κερδηθεί, η μάχη με τον αμείλικτο εαυτό, θα την έδινε όμως κι αυτή συνέχεια, κάθε μέρα, όσο άντεχε, άλλα όχι μόνη της, όχι χωρίς άλλες μάχες, οι μάχες είναι για δίνονται όλες μαζί…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου