Η πλατεία ήταν γεμάτη λέει το γνωστό τραγούδι του Σαββόπουλου, που αναφέρεται στην συγκέντρωση της τότε Ε.Φ.Ε.Ε. Μια άλλη συγκέντρωση σε μια άλλη γεμάτη πλατεία συνεχίζεται με αρκετό ενθουσιασμό για τέταρτη συνεχόμενη μέρα στο Σύνταγμα. Ομολογώ ότι και εγώ στην αρχή (αν και κατέβηκα από την πρώτη μέρα) ήμουν αρκετά επιφυλακτική απέναντι σε μία συγκέντρωση που οργανώθηκε αποκλειστικά και μόνο μέσω Διαδικτύου, χωρίς ξεκάθαρη πολιτική στόχευση και χωρίς ξεκάθαρη οργάνωση. Ενδεχομένως ακόμα παραμένω επιφυλακτική για ορισμένα σημεία αυτής της κινητοποίησης και κυρίως ως προς το αν θα μπορέσει να οδηγήσει σε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, ωστόσο νιώθω ότι τα θετικά έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται. Μια μαζική συγκέντρωση που διαρκεί για τόσες μέρες και που έκανε τόσους ανθρώπους (που με τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν έδειχναν κάποια ιδιαίτερη διάθεση να αντιδράσουν) να συμμετάσχουν αυθόρμητα και δυναμικά και να αρχίσουν επιτέλους να διεκδικούν αυτά που τους αναλογούν στην ζωή αποτελεί από μόνη της μια μικρή νίκη. Ανέκαθεν πίστευα ότι οι μικρές νίκες μπορούν κάποια στιγμή να οδηγήσουν και σε μεγάλες και σημαντικές. Έστω και αν αυτή η διαμαρτυρία στερείται σαφούς πολιτικού περιεχομένου (γεγονός που διαφαίνεται έντονα και από της αρκετά συγκεχυμένη συνθηματολογία της) εμένα προσωπικά με έχει κάνει να νιώσω ένα συναίσθημα ξεχασμένο για καιρό. To συναίσθημα που λέγεται αισιοδοξία. Αισιοδοξώ γιατί πιστεύω ότι η συλλογικότητα οδηγεί σε συνειδητοποίηση που σίγουρα αποτελεί το πρώτο βήμα για την αλλαγή, αισιοδοξώ γιατί περίμενα για καιρό μια αυθόρμητη όσο και μαζική αντίδραση και αυτή ήρθε έστω και με αυτή την μορφή, αισιοδοξώ γιατί βλέπω ότι δεν είμαστε τόσο ναρκωμένοι από την ιδιωτεία μας (την οποία με τέχνη τόσα χρόνια μας καλλιεργούσαν κάνοντας μας να πιστεύουμε ότι είναι αν όχι κακό σίγουρα άχρηστο να εμπλέκεσαι με την πολιτική) όσο πίστευα, αισιοδοξώ γιατί οι νέοι άνθρωποι επιτέλους αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι η μεμψιμοιρία δεν αποτελεί λύση και ότι η όποια λύση θα έρθει μέσα από την δράση. Ούτως ή άλλως ζούμε σε ένα τόσο σαθρό και σάπιο σύστημα, του οποίου τα θεμέλια έχουν αρχίσει να κλονίζονται. Θα είμαστε τυχεροί αν τελικά εμείς του ρίξουμε την κλωτσιά που θα το γκρεμίσει…
Σάββατο 28 Μαΐου 2011
Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Μέτρα και σταθμά
Το μυαλό μου είναι σκοτισμένο και μπερδεμένο. Δεν ξέρω πια πως ακριβώς προσμετράται η αξία της ανθρώπινης ζωής. Με όρους εθνικότητας, ηλικίας, χρώματος, φυλής, μορφωτικού επιπέδου, θρησκείας ή μήπως όλα αυτά μαζί; Τι από όλα μετράει περισσότερο στον νοητό άξονα της σημαντικότητας ή μη μιας ζωής; Ποιος από όλους αυτούς τους δείκτες είναι αυτός που κρίνει τελικά ποια ζωή είναι σημαντική και άξια να την ζήσει κάποιος και ταυτόχρονα άξια θρήνου αν χαθεί και ποια ζωή είναι άχρηστη, βάρος για την κοινωνία και η έλλειψη της μας προξενεί αν όχι ανακούφιση που θα ήταν η έσχατη απανθρωπιά, σίγουρα αδιαφορία. Δεν είχα ποτέ αναλογιστεί ότι οι ζωές μπορούν να διαχωριστούν σε σημαντικές και όχι, νόμιζα ότι όλες οι ζωές είναι εξίσου ζωές, άρα και εξίσου σημαντικές, όμως τελικά όλα γύρω μας ορίζονται από αυτούς τους διαχωριστικούς δείκτες που εμείς οι πάνσοφοι άνθρωποι έχουμε εφεύρει νομίζοντας ότι έτσι δίνουμε το μέτρο των πραγμάτων.
Έτσι, στην Ελλάδα που κάποτε ανακαλύφθηκε η υπέρτατη αρετή του μέτρου, έχουμε με ευκολία υιοθετήσει δύο μέτρα και δύο σταθμά για όλα. Για οτιδήποτε συμβαίνει δύο ενδεχόμενα υπάρχουν: είτε αναλύεται και προβάλλεται εκτενώς (έστω και για λίγο) είτε είναι αντίθετα εκ προοιμίου καταδικασμένο να χαθεί στην λήθη της σιωπής. Και βέβαια αυτή η επιλογή μόνο τυχαία δεν είναι. Έτσι, η ζωή ενός νεαρού μετανάστη που δολοφονείται με τον πιο φρικτό και αποτρόπαιο τρόπο δεν βαραίνει το ίδιο στην ζυγαριά με τον εξίσου αποτρόπαιο θάνατο ενός Έλληνα. Η μία ζωή που μάλλον αξιολογείται ως πιο σημαντική σε αυτήν την αυθαίρετη κλίμακα σημαντικότητας είναι άξια θρήνου, πένθους και οδυρμού για το σύνολο μιας κοινωνίας ενώ για την άλλη δεν μας νοιάζει, η απώλεια περνάει απαρατήρητη, είναι μια τριτοτέταρτη είδηση στα ψιλά και γίνεται αντιληπτή σχεδόν σαν φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Ακόμα κι αν προβληθεί, προβάλλεται μόνο σαν ένα περιστατικό που επιβεβαιώνει την γενικότερη έξαρση της βίας που βιώνουμε στις μέρες μας και όχι σαν μια αυτό καθαυτό απώλεια άξια κάποιας ιδιαίτερης αναφοράς. Στην σημερινή Ελλάδα, λοιπόν, κάνουν ότι μπορούν για να μας πείσουν ότι μόνο οι “ελληνικές” απώλειες μετράνε. Για όλες τις άλλες ας μην χυθεί ούτε μισό δάκρυ, θα χαθεί το “μέτρο”...
Τετάρτη 11 Μαΐου 2011
"Αυθόρμητες" αντιδράσεις
Δεν ξέρω ποια είναι η φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση όταν δεις έναν άνθρωπο στον δρόμο να τρέχει προς την κατεύθυνση που βρίσκεσαι. Φαντάζομαι πάντως ότι δεν είναι τόσο φυσιολογικό η πρώτη σου αυθόρμητη σκέψη να είναι ότι αυτός ο άνθρωπος κινείται όχι απλά προς το μέρος σου αλλά οπωσδήποτε εναντίον σου απειλητικά, ότι θέλει να σε ληστέψει ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Και πόσο μάλλον όταν αυτός ο άνθρωπος είναι εμφανώς ξένης καταγωγής και τα πάντα γύρω σου για καιρό προσπαθούν να σε πείσουν ότι ξένος ίσον εχθρός, άνθρωπος με παραβατική ή ακόμα και εγκληματική συμπεριφορά, που σίγουρα αποτελεί απειλή για σένα και την σωματική σου ακεραιότητα. Έτσι, λοιπόν, αυτή η συνειδητή ή ασυνείδητη πλύση εγκεφάλου σε έχει κάνει να τρέμεις και να φοβάσαι, να αισθάνεσαι πως πρέπει να προφυλαχτείς και αυτόματα, σχεδόν αντανακλαστικά να σφίγγεις πάνω σου τα πράγματα σου και το σώμα σου να παίρνει αμυντική στάση απέναντι στον επίδοξο εχθρό. Τελικά βέβαια νιώθεις ηλίθιος και εντελώς γελοίος όταν συνειδητοποιείς ότι ο άνθρωπος που έτρεχε προς το μέρος σου προσπαθούσε απλώς να προλάβει το λεωφορείο και δεν είχε τις σκοτεινές προθέσεις που φανταζόσουν. Η δύναμη της πλύσης εγκεφάλου και της προπαγάνδας που καθημερινά μας σερβίρεται με ευθύ ή πλάγιο τρόπο είναι πολύ μεγάλη και αυτά τα καθημερινά διδάγματα της βίας και του τρόμου μας έχουν εντυπωθεί βαθιά. Σκέφτομαι αν θα αντιδρούσα με τον ίδιο τρόπο αν ο άνθρωπος που έτρεχε προς το μέρος μου ήταν Έλληνας. Προφανώς όχι και ντρέπομαι γι’ αυτό. Νομίζω πως τελικά το στοίχημα είναι κυρίως πια με τον εαυτό μας. Να διατηρήσουμε την λογική μας σε εγρήγορση και να μην υποκύψουμε στην απανθρωπιά και απανθρωποποίηση που προβάλλονται από παντού. Μακάρι να τα καταφέρουμε.
Πορείες απόρων
Σήμερα ημέρα πανελλαδικής απεργίας εν μέσω μνημονίου και κρίσης. Ευτυχώς ή δυστυχώς απεργούν και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Χτες το βράδυ άκουσα στις ειδήσεις μέσα στην γενικότερη ενημέρωση για τις σημερινές κινητοποιήσεις και ιδιαίτερες προτροπές για τους οδηγούς Ι.Χ. Ο δημοσιογράφος τόνιζε με στόμφο ότι «οι οδηγοί θα πρέπει να προσέξουν να αποφύγουν το κέντρο που θα είναι απροσπέλαστο λόγω των απεργιακών συγκεντρώσεων». Πάντοτε αναρωτιόμουν γιατί οι οδηγοί αντιμετωπίζονται από τα Μ.Μ.Ε σαν μια ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία, που το μόνο που την αγγίζει είναι η ενδεχόμενη δυσχέρεια στις μετακινήσεις της λόγω των διαφόρων συγκεντρώσεων, πορειών κ.λ.π. Δηλαδή, για κάποιον ανεξήγητο λόγο οι οδηγοί δεν πρέπει να έχουν ή δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο να συμμετέχουν κι αυτοί στην απεργία, το μόνο που θα πρέπει να τους απασχολεί είναι το ότι δεν θα μπορούν να κατεβάσουν το αυτοκίνητο στο κέντρο, τουλάχιστον αυτό προσπαθούν να μας πείσουν οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση. Προφανώς το να έχεις στις μέρες μας αυτοκίνητο θεωρείται από μόνο του μια πολυτέλεια, οπότε αν ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία των προνομιούχων τι να τις κάνεις τις πορείες και τις συγκεντρώσεις; Άστες αυτές, απευθύνονται αποκλειστικά στους φτωχούς και άπορους, που δεν μπόρεσαν οι έρμοι να έχουν κι αυτοί ένα αυτοκινητάκι για να τσαντίζονται που δεν μπορούν να το κινήσουν όπως και όποτε θέλουν. Πορείες απόρων, λοιπόν…
Τρίτη 10 Μαΐου 2011
Μεγαλώνοντας...
Σήμερα ενώ στεκόμουν στην ουρά σε μια τράπεζα, αρκετά απελπισμένη και πολύ βαριεστημένη, άρχισα να σκέφτομαι τις χαρές (;) της ενήλικης ζωής, προσπαθώντας να καταλάβω ποια είναι όλα αυτά τα πράγματα που μικρή δεν μπορούσα να έχω και η ενηλικίωση με έκανε να μπορώ να απολαύσω ανεμπόδιστα (μάλλον εδώ γελάμε). Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Όταν είσαι μικρός δεν έχεις δοσοληψίες με τράπεζες και η μόνη σου σχέση με την αποταμίευση είναι ο κουμπαράς σου. Μεγαλώνοντας δεν έχεις πια κουμπαρά όμως μπορείς να έχεις στο όνομα σου (άδειους) τραπεζικούς λογαριασμούς και ένα σωρό κάρτες (που δεν μπορείς να πληρώσεις). Μεγαλώνοντας έχεις δικαίωμα ψήφου ενώ όταν ήσουν μικρός απλά έμπαινες στο παραβάν μαζί με τους γονείς σου και χαιρόσουν. Βέβαια τώρα που έχεις αυτό το προνόμιο νιώθεις τόσο αφόρητα αηδιασμένος με το πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς, έχεις πλέον πειστεί τόσο βαθιά ότι με τις εκλογές δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ τίποτα, οπότε πιστεύεις ότι το να απέχεις από τις εκλογές είναι πιο ουσιαστική πολιτική πράξη από το να νομιμοποιείς αυτό το σάπιο σύστημα με την ψήφο σου, άρα δεν πας να ψηφίσεις. Μεγαλώνοντας, επίσης, μπορείς να βγαίνεις έξω και να γυρίζεις ότι ώρα θέλεις χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν, ενώ όταν ήσουν μικρός/ή είχες τους γονείς στα τηλέφωνα όποτε έβγαινες να στα πρήζουν. Τότε, βέβαια, σε χαρτζιλίκωναν κιόλας οπότε είχες λεφτά για να βγεις, ενώ τώρα που είσαι μεγάλος και ανεξάρτητος (και επιπλέον οι γονείς σου είναι πια άφραγκοι) το βαλάντιο σου δεν σηκώνει πάνω από 1-2 μπύρες την βδομάδα, οπότε μένεις μέσα και χαίρεσαι μόνος την ανεξαρτησία σου. Μεγαλώνοντας, μπορείς να κάνεις αυτό για το οποίο πάντα αδημονούσες, αυτό που όλοι σου έλεγαν για χρόνια, δηλαδή «να πάρεις την ζωή στα χέρια σου» κάτι βέβαια που δεν μπορούσες να κάνεις μικρός καθώς ήσουν πλήρως εξαρτημένος και είχες ανάγκη από προστασία. Τώρα που μεγάλωσες όμως, βλέπεις πως τίποτα δεν μπορείς να πάρεις στα χέρια σου και νιώθεις ότι πρέπει οπωσδήποτε να βρεις πάλι κάποιον/κάποια/κάτι να σε προστατεύει, γιατί ο κόσμος εκεί έξω είναι σκληρός και άκαρδος. Τελικά θέλει αρετή και τόλμη η ενηλικίωση..
Δευτέρα 9 Μαΐου 2011
Η μάχη
Ήταν μόνη, εντελώς μόνη. Το κλειστό δωμάτιο ήταν ο κόσμος της, μέρες τώρα. Δεν πλησίαζε τα παράθυρα, δεν ήθελε να ξέρει τι υπάρχει έξω απ’ αυτά, οι ομορφιές του κόσμου ήταν μια απέραντη δοκιμασία, δεν ήξερε πια πως να τις αντιμετωπίσει, δεν ήθελε να σκέφτεται τι υπάρχει έξω απ΄ τον δικό της κόσμο. Ο έξω κόσμος ήταν όμορφος, αλλά συνάμα δύσκολος, τραχύς, δεν ήξερε πώς να υπάρξει μέσα σε αυτόν, το είχε προσπαθήσει, ναι, το προσπάθησε για καιρό, αλλά δεν τα κατάφερε, δεν τα κατάφερνε από δειλία ή από αδυναμία. Έτσι, έφτιαξε έναν άλλο δικό της κόσμο, όπου όλα θα ήταν πιο εύκολα, δεν χρειαζόταν να παλέψει τόσο για να επιβιώσει. Δεν θα χρειαζόταν; Έτσι, νόμιζε στην αρχή, πως δεν θα χρειαζόταν. Κι όμως πρόβαλλε σιγά σιγά ένας νέος, πιο ισχυρός αντίπαλος, στιγμές στιγμές παραδινόταν, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει, η σκέψη έκανε το κορμί της να πονάει κι ας πίστευε πως είχε σκάψει τόσο βαθιά μέσα της και είχε βρει τα αναχώματα που χρειαζόταν. Όχι τελικά. Έκανε λάθος. Ο εαυτός μας είναι πιο ισχυρός αντίπαλος και πάντα θα βγαίνουμε χαμένοι όταν προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε. Κατάλαβε. Δεν θα μπορούσε να του κρύβεται συνέχεια, η μάχη ήταν από πριν χαμένη. Άνοιξε τα παράθυρα. Η ομορφιά, που την τυραννούσε για καιρό, της χτύπησε δυνατά το πρόσωπο, την ταρακούνησε βαθιά. Και έτσι κατάλαβε πως ο αγώνας να μπορέσει να υπάρξει μέσα σε αυτήν την ομορφιά έπρεπε να ξαναρχίσει, η μάχη έπρεπε να ξαναδοθεί, έστω κι αν την έχανε για μια ακόμα φορά. Δεν ήταν σίγουρη τελικά τι είχε μεγαλύτερη σημασία, να δίνεις την μάχη ή να την κερδίζεις; Ήξερε πια πως μόνο μια μάχη δεν ήταν δυνατόν να κερδηθεί, η μάχη με τον αμείλικτο εαυτό, θα την έδινε όμως κι αυτή συνέχεια, κάθε μέρα, όσο άντεχε, άλλα όχι μόνη της, όχι χωρίς άλλες μάχες, οι μάχες είναι για δίνονται όλες μαζί…
Μεγάλη Παρασκευή
Το έγραψα την Μεγάλη Παρασκευή, το αναρτώ σήμερα...
Είναι αλήθεια. Είναι πάντα μια παράξενη μέρα. Όσο και να θες να το ξεχάσεις, όσο και να έχεις πειστεί ότι όλη αυτή η παραδοσιακή θρησκευτική κατάνυξη και θλίψη της ημέρας δεν σε αφορούν πια, θέλεις δεν θέλεις επηρεάζεσαι. Να φταίνε οι καμπάνες που βαρούν πένθιμα απ’ το πρωί, να φταίει το ραδιόφωνο που παίζει όμορφα αλλά καταθλιπτικά τραγούδια ή την Έλλη Λαμπέτη να απαγγέλει Καβάφη με αυτήν την εκφραστική, ιδιαίτερη φωνή της, ότι και να φταίει, νιώθεις περίεργα την μέρα αυτή. Σε πιάνει μια μελαγχολία γλυκόπικρη και συνάμα η ψυχή σου έχει ένα λίγωμα, μια αναμονή που δεν ξέρεις πώς να εκφράσεις. Όσο κι αν οι θρησκευτικές εκδηλώσεις δεν σε αγγίζουν, όσο κι αν η επαναλαμβανόμενη στερεοτυπία τους σε έχει κουράσει, είναι μάλλον η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που δεν μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Αυτή η μέρα στο δικό μου μυαλό έχει πάντα κάτι πολύ συγκεκριμένο, κάτι που την χαρακτηρίζει. Έχει μια ιδιαίτερη ησυχία και γαλήνη. Για κάποιον λόγο όλα γίνονται σε πιο αργούς και ήρεμους ρυθμούς. Ακόμα και οι κόρνες των αυτοκινήτων σου φαίνεται ότι ηχούν πιο μαλακά απ’ ότι συνήθως και αισθάνομαι ότι αυτό το ακαθόριστο μελαγχολικό συναίσθημα πηγάζει ακριβώς από αυτήν την ησυχία. Οι περισσότεροι αδυνατούμε να διαχειριστούμε την ησυχία, έχουμε μάθει να μας τρομάζει και γι΄αυτό ολοένα ψάχνουμε τρόπους να την ξορκίσουμε, γι΄αυτό μια πραγματικά γαλήνια μέρα απαλλαγμένη απ’ τους εκκωφαντικούς θορύβους της καθημερινότητας συχνά μας θλίβει και μας μελαγχολεί. Μάλλον επειδή νιώθουμε ότι η ησυχία σε κάνει να σκέφτεσαι περισσότερο και η σκέψη για πολλούς από μας είναι συνήθως μια όχι και τόσο ανώδυνη διαδικασία...
Κυριακή 8 Μαΐου 2011
Ανοιξιάτικες εμμονές
Η αλήθεια είναι ότι με διακατέχει μια περίεργη εμμονή σε σχέση με τον ερχομό της άνοιξης. Δεν είναι ούτε η καλοκαιρία, ούτε τα κοντομάνικα που κάνουν την εμφάνιση τους αρκετά για να με πείσουν ότι ήρθε η άνοιξη. Το μοναδικό πράγμα που σηματοδοτεί μέσα μου κάθε χρόνο τον ερχομό της, που με πείθει να μαζέψω τα χαλιά και να βάλω τα πουλόβερ στο πατάρι είναι κάτι άλλο. Και συγκεκριμένα οι ανθισμένες αμυγδαλιές. Η εικόνα των ανθισμένων αμυγδαλιών με τα άσπρα, μπαμπακένια ανθάκια τους κατά μήκος ενός δρόμου είναι ένα θέαμα που κάνει την ψυχή μου να πεταρίζει από χαρά. Έτσι, και φέτος όταν είδα μόνο από μακριά (δυστυχώς) μια ανθισμένη αμυγδαλιά, για να πείσω τον εαυτό μου ότι ήρθε η άνοιξη έπρεπε να βρω μια ίδια, να την πλησιάσω από κοντά, να την μυρίσω και να κόψω ένα κλωναράκι για να πάρω μαζί μου. Ε, αυτό το τόσο απλό σας πληροφορώ ότι δεν ήταν καθόλου απλό τελικά. Έψαχνα, έψαχνα πουθενά αμυγδαλιά. Τι να στραβολαιμιάζω μέσα από το λεωφορείο, τι να κατεβαίνω σε άγνωστες γειτονιές μπας και πετύχω έστω μια, τίποτα. Στην γειτονιά μου δε, που κάθε χρόνο έβρισκα, έχουν εξαφανιστεί (μάλλον τις έκοψαν σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή τον χειμώνα). Ένιωσα σχεδόν δυστυχισμένη. Πού πήγε το αγαπημένο δεντράκι; Πόσο μακριά θα πρέπει να φτάσω για να το δω ξανά; Και δεν θυμόμουν κιόλας ρε γαμώτο που είχα δει εκείνη την μία και δεν της έδωσα ιδιαίτερη σημασία επειδή πίστευα ότι θα βρω πολλές όμοιες της. Η αλήθεια είναι ότι βρήκα αρκετές ανθισμένες αμυγδαλιές αλλά μόνο με ροζ ανθάκια. Οι άλλες, οι αγαπημένες λευκές ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Όμως, ευτυχώς η άνοιξη δεν πέρασε ακόμα και εγώ θα συνεχίσω το ψάξιμο. Λέει κάπου σ’ έναν στίχο του ο Ελύτης «Εμπρός λοιπόν. Από σένα η άνοιξη εξαρτάται». Δεν μπορεί, θα ‘ρθει και η δική μου άνοιξη…Κάπου θα την πετύχω την ανθισμένη αμυγδαλιά μου…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)