Powered By Blogger

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Η γλώσσα που μαθαίνουμε


    Περπατάμε, περπατάμε, περπατάμε. Όταν πιάνεις απαλά το ιδρωμένο μου χέρι νιώθω την καρδιά σου να χτυπάει μέσα στην παλάμη μου. Και την έχω τόση ανάγκη αυτή την δεύτερη καρδιά να συντονίζεται με την δική μου. Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε πολύ. Ένα πλαγιαστό βλέμμα, ένα ανεπαίσθητο σπρώξιμο στον ώμο, ένα θρόισμα της ατίθασης τούφας που μόνιμα καλύπτει το μέτωπο σου είναι αρκετά. Αποφασίσαμε ότι πρέπει να την περπατήσουμε την πόλη αυτή, ότι πρέπει μες την βρωμιά και την μετέωρη απελπισία των μικρών και μεγάλων της δρόμων σιγά σιγά να ανακαλύψουμε μιαν άλλη γλώσσα, διαφορετική από αυτήν που είχαμε μάθει να μιλάμε τόσα χρόνια. Είναι δύσοσμη, είναι θλιβερή όμως κάπου κάπου ακόμα μυρίζεις γλυκά ξεχασμένα ή χαρμάνια στυφά να καβουρδίζονται. Σαν θύμησες αδιόρατες μιας άλλης εποχής.                                                                                                                         
     Και σκέφτεσαι πόσο οι μυρωδιές πιο πολύ κι απ’ τις εικόνες καθορίζουν την ταυτότητα μιας πόλης. Όταν στρίβουμε στο ξεχασμένο στενάκι με τα μισοερειπωμένα σπίτια και τις στοιβαγμένες ψυχές νιώθουμε πως κάποιος κάτι έκλεψε από αυτές τις ψυχές, κάτι άπιαστο και κρυφό κι όμως τόσο απαραίτητο. Όμως ακόμα κι έτσι εμείς δεν παύουμε να βλέπουμε, να ακούμε και να μυρίζουμε. Από ένα παράθυρο έρχεται έντονη μια μυρωδιά πικάντικου φαγητού και σ’ ένα στενό και άσχημο μπαλκόνι βλέπουμε μια όμορφη μελαχρινή γυναίκα να απλώνει ένα κάτασπρο σεντόνι, ασπρότερο απ’ όλους τους κακοβαμμένους τοίχους της γειτονιάς. Κοιταζόμαστε. Ακόμη και σε αυτήν την γειτονιά το άσπρο βρήκε μια σχισμή για να περάσει. Της χαμογελάμε και μας χαμογελάει, γλυκά, με συγκατάβαση, όπως οι άνθρωποι σ’ όλο τον πλανήτη χαμογελούν όταν βλέπουν δυο χέρια ενωμένα. Κι ύστερα συνεχίζουμε, γιατί το θηρίο της πόλης αυτής έχουμε αποφασίσει να το σκοτώσουμε μέσα μας. Και έπειτα θα το σκοτώσουμε και έξω μας. Εδώ και εκεί οι κάδοι ξεχειλίζουν από σκουπίδια, άχρηστα στους πολλούς. Άνθρωποι με βλέμμα θολό τούς ψάχνουν με λαχτάρα και επιμονή προσπαθώντας να ανακαλύψουν τον δυσεύρετο θησαυρό της καθημερινής επιβίωσης. Τους κοιτάμε και μας κοιτάνε όμως κάπου στο βάθος της σκοτεινής χαραμάδας των ματιών τους βλέπεις την τρομερή τους δύναμη για ζωή, έστω για μια ζωή ξεσκισμένη σαν αυτήν εδώ. Και πάλι η γλώσσα η καινούργια που μαθαίνουμε να μιλάμε κάνει την εμφάνιση της. Καταλαβαινόμαστε τώρα.
      Και συνεχίζουμε να βαδίζουμε στα ακανόνιστα και μισοχαλασμένα πεζοδρόμια της ακανόνιστης και μισοχαλασμένης πόλης μας. Και οι παιδικές φωνές στην παιδική χαρά με τις σπασμένες κούνιες και τα θεριεμένα απ’ την εγκατάλειψη αγριόχορτα δονούν με μια μελωδία καθημερινή και οικεία τα μικρά βήματά μας.  Η γλώσσα που μαθαίνουμε σχεδόν τραγουδιστή γίνεται πια, ντύνει με ήχους ταιριαστούς τις πικρές εικόνες του παρόντος μας. Και δεν υπάρχει παρόν δικό τους και δικό μας, δεν υπάρχουν οι άλλοι και εμείς, όλοι ένα παρόν κοινό, δύσκολο και παραιτημένο πρέπει να μάθουμε να μοιραζόμαστε. Η σιωπηρή συνενοχή των βλεμμάτων μας θα ενώσει τις ψυχές μας κι η ίδια γλώσσα που θα μάθουμε να επικοινωνούμε θα μας ορίσει όπως μας ορίζει η ανάμνηση των παιδικών μας παιχνιδιών.
       Και περπατάμε κι άλλο, όσο βαστάν τα πόδια μας, γιατί τα βλέμματα που μιλάνε βουβά και τα πρόσωπα που κοιτάνε καθαρά θέλουμε να τα ανακαλύψουμε ένα προς ένα, βήμα το βήμα, ματιά τη ματιά. Γιατί την γλώσσα αυτή την θέλουμε, μας ανήκει όπως μας ανήκει κάθε τι που έχουμε ανάγκη. Όπως η ανάγκη ορίζει την κάθε μας διεκδίκηση. Κι έτσι, χωρίς πισωγυρίσματα, την γλώσσα τούτη θα την διεκδικήσουμε…

 22/10/2012

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Πληγή


   Σηκώθηκε παραπατώντας και ψηλαφιστά έφτασε στον καθρέφτη. Σήκωσε το ιδρωμένο φανελάκι και την είδε. Την ένιωθε και ενώ κοιμόταν αλλά δεν ήθελε να διαταράξει περισσότερο τον ήδη τρικυμισμένο ύπνο του. Έμοιαζε σαν κέρμα που τα όρια του ήταν ασαφή λες και διαχέονταν στο πλάι. Το χρώμα της ήταν αιμάτινο και σε κάθε άγγιγμα πονούσε, όχι εκεί, πονούσε λες και του τσιμπούσε την καρδιά, λες και ένα αόρατο χέρι του έσφιγγε το στέρνο και δεν τον άφηνε να ανασάνει. Δεν ήθελε να δώσει σημασία και προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Την ένιωθε όλη μέρα και την επόμενη και την επόμενη. Ένιωθε το τσίμπημα στην καρδιά στιγμές στιγμές, αλλά δεν πείραζε, θα τον συνήθιζε τον πόνο. Όλα συνηθίζονται, αλλά ο πόνος ευκολότερα. Τα βράδια κοιταζόταν κλεφτά στον καθρέφτη (δεν μπορούσε, δεν άντεχε να την κοιτάξει προσεκτικά) και η πληγή ήταν πάντα εκεί αλλά ποτέ η ίδια, μεγάλωνε, μεγάλωνε διαρκώς και τα τσιμπήματα στην καρδιά πλήθαιναν μαζί με τα όρια της που ολοένα αύξαιναν. Τα όρια δεν μπορούσε πια να τα διακρίνει. Όρια και δέρμα και σώμα και πληγή γίνονταν σιγά σιγά ένα άρρηκτο ένα. Δεν ήθελε πια να ξέρει αλλά το ένιωθε, ναι μπορούσε πια να το νιώσει καθαρά, ότι θα τον καταπιεί κάποια στιγμή μέσα στην αιμάτινη δίνη της. Η πληγή ή πόνος που προκαλούσε; Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει. Και αυτός; Τι μπορούσε να κάνει γι’ αυτό; Κι όμως οι μέρες περνούσαν και η πληγή υπήρχε εκεί και ο πόνος το ίδιο, όμως περίεργο, τον άφηνε να ζει. Δεν μεγάλωνε πια, είχε μεγαλώσει τόσο που έχτιζε ένα αξεδιάλυτο σύνολο με τον ίδιο του τον εαυτό. Μάλλον αυτό σήμαινε τελικά ότι θα μάθαινε να ζει με αυτήν ότι θα γινόταν μέρος της ίδιας του της ύπαρξης. Κι αν μπορούσε να κάνει κάτι γι΄αυτό; Δεν έπρεπε να το κάνει; Να το προσπαθήσει έστω; Η πληγή μπορεί να έφευγε έτσι όπως ήρθε. Αρκεί να έπειθε τον εαυτό του ότι ποτέ δεν θα την αφήσει να τον νικήσει, αρκεί να έπειθε τον εαυτό του ότι η πληγή ήρθε για να του θυμίζει κάτι που μόνος του λησμονούσε… Και ίσως αν σκεφτόταν τον πόνο της πληγής να μπορούσε να το κάνει. Η πληγή δεν ήρθε τυχαία, δεν μπορεί να ήρθε τυχαία…

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Άνθρωποι-εποχές


Τις χάσαμε τις εποχές. Πάνε. Πολυτέλεια πια να προσπαθείς να νιώσεις τις εναλλαγές τους. Όλα λες και έχουν συνθλιβεί κάτω από την τερατώδη μυλόπετρα που λέγεται κρίση. Και όχι μόνο. Νιώθω ότι ακόμη και πριν απ’ αυτό χαμένες ήταν για τους περισσότερους. Ίσως επειδή έχουν συμπιεστεί σε δυο μόνο: χειμώνας-καλοκαίρι. Τις υπόλοιπες τις απωλέσαμε κάπου στην πορεία. Θα μου πεις στην πόλη ζεις. Μπορούσες ποτέ να καταλάβεις τις εναλλαγές των εποχών; Κι όμως. Κάτι καταλάβαινα, κάτι έπιανα στον αέρα, έστω και ανεπαίσθητο. Τώρα κενό. Ώρες ώρες σκέφτομαι πως θα ήθελα να είμαι μια σύγχρονη Mary Poppins, να βάζω το βικτωριανό μου καπελάκι, να κρατώ την μυτερή μου ομπρέλα και να ίπταμαι στους ουρανούς (τους αττικούς, ας μην είναι βρετανικές έξοχες, δεν πειράζει) για να ψάχνω να βρω οτιδήποτε μπορεί να μου θυμίσει τις αλλαγές των εποχών. Να μυρίσω μια ανθισμένη αμυγδαλιά, από αυτές που φέρνουν την άνοιξη, να χαθώ σε έναν κήπο με πορτοκαλιές και μανταρινιές σαν κι αυτούς που βλέπαμε στα εικονογραφημένα σχολικά βιβλία του δημοτικού με μια γιαγιά και έναν πάππου να τον φροντίζουν μ’ ένα τσαπί στο χέρι, να φέρω στο πρόσωπο μου ένα μάτσο λουλούδια και ας μου μπει η γύρη τους στα ρουθούνια , να πατήσω το φρεσκονοτισμένο χώμα του φθινοπώρου με την πικρόστυφη μυρωδιά και το παπούτσι μου να βυθιστεί στη γη.
     Οι εποχές είναι περισσότερο μια αίσθηση που πασχίζουμε να συλλάβουμε, μια αίσθηση υπερβατικής φυγής από την συμβατότητα. Είναι η αλλαγή, η αλλαγή στην πιο γόνιμη μορφή της. Ο τρόπος που έχει εφεύρει η φύση για να αυτοαναιρείται και να αυτοαναγενναται εκ της τέφρας της κάθε φορά. Σκέφτομαι πόσο ευεργετικό πράγμα είναι η αλλαγή. Η στασιμότητα εμπεριέχει μια θλίψη όσο να πεις. Όμορφο θα ήταν και εμείς οι άνθρωποι να μπορούσαμε λέει να εφευρίσκουμε τρόπους, που δεν είχαμε φανταστεί, για να επαναπροσδιοριζόμαστε από καιρό σε καιρό, για να ντύσουμε αυτό που είμαστε με άλλα ρούχα. Άνθρωποι-εποχές. Τι επιθυμητή, τι θελκτική ευελιξία. Να μπορούμε να ανακαλύπτουμε το εγώ μας ξανά και ξανά όπως η φύση μπορεί και αλλάζει τα προσωπεία της, χωρίς να χάνει τίποτα απ την αλήθεια της.  Πόσο ενδιαφέρον θα ‘ταν, πόσο ανακουφιστικό. Κάτι παραπάνω: μαγικό…

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Επιλεκτικές ευαισθησίες



   Με ενοχλεί η υποκρισία σε όλες της τις εκφάνσεις. Ακόμα περισσότερο με ενοχλεί η επιλεκτική ευαισθησία. Αυτήν την  οποία ορισμένοι, που θέλουν να αυτοπαρουσιάζονται ως τιμητές και αυτόχρημα υπερασπιστές του πολιτισμού και της κουλτούρας, προβάλλουν, για να προβληθούν στην πραγματικότητα οι ίδιοι, για να πείσουν για το υψηλό πολιτιστικό και διανοητικό τους επίπεδο και την βαθιά κοινωνική τους συνειδητοποίηση. Με λέξεις βαρύγδουπες, με εκφράσεις στομφώδεις όσο και η ψευτοευαισθησία τους, με ιερή οργή απέναντι στους καταστροφείς, όπως τους αποκαλούν, του πολιτισμού μας και απέναντι στα ιδεολογήματα του μίσους, όπως επίσης τους αρέσει να τα αποκαλούν κ.λ.π, με θέρμη σχεδόν αυτιστική, μας υποδεικνύουν την ιδανική γι' αυτούς στάση της σιωπηρής συνενοχής στα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Όχι δεν υποστηρίζω τον αναρχισμό, ούτε καν φλέρταρα ποτέ από μακριά με τον συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο και όχι δεν χαίρομαι καθόλου μα καθόλου με την καταστροφή της πόλης μου, γιατί παρά τα μύρια όσα στραβά της, σε αυτό το κουτσουρεμένο και πληγωμένο αστικό τοπίο έμαθα να ζω όλα μου τα χρόνια και αυτό έμαθα να αγαπώ και να σέβομαι. Όμως δεν αντέχω αυτήν την εκ του ασφαλούς εστέτ και ψευτοκουλτουριάρικη νοοτροπία που καταπίνει καμήλους και διυλίζει κώνωπες. Και την θεωρώ ψευτοκουλτουριάρικη ακριβώς γιατί πολιτισμός σημαίνει πρωτίστως ουμανισμός, αγάπη για τον άνθρωπο και την ζωή και όχι επιλεκτική αγάπη μόνο για τα μνημεία, τα κτίρια ή ακόμη χειρότερα για την εμπορική δραστηριότητα στο κέντρο της Αθήνας, λες και αυτή πλήττεται κυρίως από αυτούς που σπάνε βιτρίνες και όχι από το γεγονός ότι πολλοί (και προσεχώς ακόμη περισσότεροι) άνθρωποι πια δεν έχουν να ξοδέψουν ούτε ένα ευρώ παραπάνω από όσα ξοδεύουν για τα απολύτως απαραίτητα. Και ναι μπορώ να αγαπώ τον πολιτισμό και τα επιτεύγματα του και μπορώ να αξιολογήσω την καταλυτική του επίδραση στην αναβάθμιση της καθημερινότητας μας, όμως ταυτόχρονα μπορώ και να μην εθελοτυφλώ, μπορώ σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία όπως αυτή που ζούμε να κάνω μια ιεράρχηση των αξιών. Γιατί η ζωή για μένα έρχεται πρώτη και με διαφορά. Αυτή που είναι για σας αγαπητοί μου ψευτοευαισθητοποιημένοι συμπολίτες; Γιατί δεν λέτε τίποτα γι' αυτήν την ζωή και την αξιοπρέπεια που μας τσαλαπατάνε καθημερινά, γιατί σας νοιάζουν μόνο τα ντουβάρια και γιατί μας προτρέπετε εμμέσως να κάτσουμε όλοι σπίτια μας για να μην ξαναβρεθούν κάποιοι και βάλουν φωτιές στην πόλη λες και αν αφήσουμε μια ολόκληρη κοινωνία να βουτηχτεί στην εξαθλίωση υπάρχει περίπτωση η πόλη και η χώρα ολόκληρη να τις γλυτώσουν τελικά τις φωτιές. Και το χειρότερο είναι ότι στα λόγια όλων αυτών που έσπευσαν να θρηνήσουν για τα κτίρια αφορίζοντας παράλληλα τους κακούς διαδηλωτές δεν είδα ούτε μια κουβέντα συμπαράστασης και πόνου για τα όσα περνάμε σήμερα, ούτε μια τόση δα φράση αλληλεγγύης για τις χιλιάδες των ανθρώπων που βγήκαν στον δρόμο για να διεκδικήσουν όχι μια άνετη ή πολυτελή αλλά απλά και μόνο μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή. Όλοι αυτοί λοιπόν που φαίνεται ότι ο ψευτοδιανοουμενισμός τους έχει κάνει να κωφεύουν μπροστά στην δυστυχία και την φτωχοποίηση ενός ολόκληρου λαού καλά θα κάνουν να πάψουν να μας κοιτάνε από τις γυάλινες προθήκες τους προτρέποντας μας να καθίσουμε ήσυχοι για να μην διαταράξουμε την καλά ριζωμένη αστική τους ηρεμία και να αναθεωρήσουν την έννοια του πολιτισμού μέσα τους… 

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Christmas is over


  Γράφω τώρα που ο εορταστικός πυρετός (αν υπήρξε τέτοιος φέτος) ξεθύμανε, τώρα που προσπαθούμε αγάλι αγάλι να αποδεχτούμε την επιστροφή στην καθημερινότητα. H αλήθεια είναι πως δεν ήμουν ποτέ οπαδός των Χριστουγέννων και γενικά των γιορτών. Μ’ αρέσουν περισσότερο οι άλλες μέρες, οι απλές, αυτές που μπορούν να γίνουν όμορφες (ή  κι άσχημες ακόμα) απ’ το πουθενά, χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάν έξτρα στολίδια και πρέπει. Κυρίως αυτά. Αυτά πάντοτε με ξένιζαν. Πρέπει να είσαι χαρούμενος, πρέπει να μπεις στο κλίμα, πρέπει να θέλεις να βρεθείς με τους συγγενείς, πρέπει να αγοράσεις δώρα, πρέπει, πρέπει, πρέπει. Κι αν η διάθεση σου δεν ταιριάζει με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αν τα πρέπει σε ξεπερνάνε, τότε τι γίνεται; Απ’ την άλλη καταλαβαίνω και ασπάζομαι σε ένα βαθμό την αναγκαιότητα των γιορτών, άλλωστε η καλώς εννοούμενη κανονιστικότητα δεν είναι πάντοτε και απαραιτήτως πηγή καταπίεσης, μπορεί να σε «αναγκάσει» κάποιες φορές να κάνεις πράγματα που απέφευγες από βαρεμάρα ή αναβλητικότητα. Φέτος όμως το προσπάθησα πάρα πολύ να μπω στο κλίμα κι ας είναι μια εποχή αλλόκοτη και εν πολλοίς ζοφερή, μια εποχή που σε κάνει σχεδόν να νιώθεις τύψεις αν προσπαθείς να περάσεις καλά χωρίς να σκέφτεσαι τι γίνεται στο ένα μέτρο από την μύτη σου. Το πάλεψα με την αγνότερη των διαθέσεων γιατί η αλήθεια είναι πως ό,τι κι αν συμβαίνει, όσο κι αν δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε ή να επαναπαυόμαστε, η ανάγκη για ζωή είναι πάντα εκεί, παρούσα και με υψωμένο το ανάστημα της, σου μπαίνει στο μάτι, δεν σε αφήνει να την παραβλέψεις. Εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη (ίσως και περισσότερο τώρα) τους φίλους, τις παρέες, την συντροφικότητα, τις μουσικές μας, τις μικρές χαρές από ένα βιβλίο, ένα χάδι, μια ταινία, μια μυρωδιά. Κι αυτό προσπάθησα τα φετινά Χριστούγεννα. Να θυμηθώ και να απολαύσω στιγμές μικρές αλλά αναγκαίες, απέριττα ντυμένες για να μην ξεχαστώ. Και νομίζω το κατάφερα να συνταιριάξω τα πράγματα. Να ευφρανθώ χωρίς να λησμονήσω. Αυτό ίσως είναι και το ζητούμενο πια. Άλλωστε η λήθη δεν είναι πάντα λύση..