Περπατάμε,
περπατάμε, περπατάμε. Όταν πιάνεις απαλά το ιδρωμένο μου χέρι νιώθω την καρδιά
σου να χτυπάει μέσα στην παλάμη μου. Και την έχω τόση ανάγκη αυτή την δεύτερη καρδιά
να συντονίζεται με την δική μου. Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε πολύ. Ένα πλαγιαστό
βλέμμα, ένα ανεπαίσθητο σπρώξιμο στον ώμο, ένα θρόισμα της ατίθασης τούφας που μόνιμα
καλύπτει το μέτωπο σου είναι αρκετά. Αποφασίσαμε ότι πρέπει να την περπατήσουμε
την πόλη αυτή, ότι πρέπει μες την βρωμιά και την μετέωρη απελπισία των μικρών
και μεγάλων της δρόμων σιγά σιγά να ανακαλύψουμε μιαν άλλη γλώσσα, διαφορετική
από αυτήν που είχαμε μάθει να μιλάμε τόσα χρόνια. Είναι δύσοσμη, είναι θλιβερή
όμως κάπου κάπου ακόμα μυρίζεις γλυκά ξεχασμένα ή χαρμάνια στυφά να καβουρδίζονται.
Σαν θύμησες αδιόρατες μιας άλλης εποχής.
Και σκέφτεσαι
πόσο οι μυρωδιές πιο πολύ κι απ’ τις εικόνες καθορίζουν την ταυτότητα μιας πόλης.
Όταν στρίβουμε στο ξεχασμένο στενάκι με τα μισοερειπωμένα σπίτια και τις στοιβαγμένες
ψυχές νιώθουμε πως κάποιος κάτι έκλεψε από αυτές τις ψυχές, κάτι άπιαστο και
κρυφό κι όμως τόσο απαραίτητο. Όμως ακόμα κι έτσι εμείς δεν παύουμε να βλέπουμε,
να ακούμε και να μυρίζουμε. Από ένα παράθυρο έρχεται έντονη μια μυρωδιά
πικάντικου φαγητού και σ’ ένα στενό και άσχημο μπαλκόνι βλέπουμε μια όμορφη μελαχρινή
γυναίκα να απλώνει ένα κάτασπρο σεντόνι, ασπρότερο απ’ όλους τους κακοβαμμένους
τοίχους της γειτονιάς. Κοιταζόμαστε. Ακόμη και σε αυτήν την γειτονιά το άσπρο
βρήκε μια σχισμή για να περάσει. Της χαμογελάμε και μας χαμογελάει, γλυκά, με
συγκατάβαση, όπως οι άνθρωποι σ’ όλο τον πλανήτη χαμογελούν όταν βλέπουν δυο
χέρια ενωμένα. Κι ύστερα συνεχίζουμε,
γιατί το θηρίο της πόλης αυτής έχουμε αποφασίσει να το σκοτώσουμε μέσα μας. Και
έπειτα θα το σκοτώσουμε και έξω μας. Εδώ και εκεί οι κάδοι ξεχειλίζουν από
σκουπίδια, άχρηστα στους πολλούς. Άνθρωποι με βλέμμα θολό τούς ψάχνουν με λαχτάρα
και επιμονή προσπαθώντας να ανακαλύψουν τον δυσεύρετο θησαυρό της καθημερινής
επιβίωσης. Τους κοιτάμε και μας κοιτάνε όμως κάπου στο βάθος της σκοτεινής
χαραμάδας των ματιών τους βλέπεις την τρομερή τους δύναμη για ζωή, έστω για μια
ζωή ξεσκισμένη σαν αυτήν εδώ. Και πάλι η γλώσσα η καινούργια που μαθαίνουμε να
μιλάμε κάνει την εμφάνιση της. Καταλαβαινόμαστε τώρα.
Και συνεχίζουμε να βαδίζουμε στα ακανόνιστα
και μισοχαλασμένα πεζοδρόμια της ακανόνιστης και μισοχαλασμένης πόλης μας. Και
οι παιδικές φωνές στην παιδική χαρά με τις σπασμένες κούνιες και τα θεριεμένα
απ’ την εγκατάλειψη αγριόχορτα δονούν με μια μελωδία καθημερινή και οικεία τα μικρά
βήματά μας. Η γλώσσα που μαθαίνουμε
σχεδόν τραγουδιστή γίνεται πια, ντύνει με ήχους ταιριαστούς τις πικρές εικόνες
του παρόντος μας. Και δεν υπάρχει παρόν δικό τους και δικό μας, δεν υπάρχουν οι
άλλοι και εμείς, όλοι ένα παρόν κοινό, δύσκολο και παραιτημένο πρέπει να μάθουμε
να μοιραζόμαστε. Η σιωπηρή συνενοχή των βλεμμάτων μας θα ενώσει τις ψυχές μας
κι η ίδια γλώσσα που θα μάθουμε να επικοινωνούμε θα μας ορίσει όπως μας ορίζει
η ανάμνηση των παιδικών μας παιχνιδιών.
Και
περπατάμε κι άλλο, όσο βαστάν τα πόδια μας, γιατί τα βλέμματα που μιλάνε βουβά
και τα πρόσωπα που κοιτάνε καθαρά θέλουμε να τα ανακαλύψουμε ένα προς ένα, βήμα
το βήμα, ματιά τη ματιά. Γιατί την γλώσσα αυτή την θέλουμε, μας ανήκει όπως μας ανήκει κάθε τι που έχουμε ανάγκη.
Όπως η ανάγκη ορίζει την κάθε μας διεκδίκηση. Κι έτσι, χωρίς πισωγυρίσματα, την
γλώσσα τούτη θα την διεκδικήσουμε…
22/10/2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου