Powered By Blogger

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ατελές

Βυθίζομαι όλο και περισσότερο. Το κορμί ανυπάκουο, ανυπόταχτο, ανυποχώρητo. Ζητάει αδιάκοπα, μόνο ζητάει.  Περισσότερα από αυτά που μπορώ να του δώσω. Όλη μου η δύναμη συγκεντρώνεται στην ανάγκη να το δαμάσω. Δεν ξέρω πως να αντιμετωπίσω τις επιτακτικές του ανάγκες. Με παρασύρει σε σκέψεις νοσηρές και συνάμα γελοίες . Ο σωματικός πόνος, το άγγιγμα που σημαδεύει με την απουσία του την μονόχνοτη ύπαρξη μου γίνονται τα έργα του τώρα μου. Η ύπαρξη μου ένα τέλειο συγκοινωνούν δοχείο. Ένα αδιατάρακτο όλον που πασχίζω να διαταράξω. Τα φευγαλέα αγγίγματα δεν λιγοστεύουν  το φορτίο, αντίθετα το επιτείνουν, γίνονται μια βαριά κουβαλησιά,  που δεν βρίσκεις  χώρο να απιθώσεις.  Τα δέντρα, τα πουλιά, ο ήλιος που τυχαία αυλακώνει το πρόσωπο μου ένα στημένο σκηνικό, κοινό, πολύ κοινό, κουραστικά κλισέ. 
    Η ψευδαίσθηση των μικρών μου απολαύσεων δεν υπήρξε ποτέ. Δεν θα υπάρξει ποτέ.  Ο χρόνος με καταδιώκει ανελέητα. Δεν μπορώ να τον συλλάβω, είναι ακατανόητος, δύσκολος και ανεξήγητος, μπορώ όμως στα σίγουρα να τον αισθανθώ.  Οι τοίχοι του σπιτιού μοιάζουν υπερβολικά σίγουροι , τους κοιτάζω και προσπαθώ να αντιληφθώ την πηγή αυτής της σιγουριάς. Η βεβαιότητα του αβέβαιου με ταράζει, θα θελα να μπορώ να προβλέψω τις σωματικές μου αντιδράσεις. Αδυνατώ. Δυσκολεύομαι να προβλέψω και την κατάληξη της ελάχιστης διαδρομής  μου. Κουζίνα-κρεβατοκάμαρα- τουαλέτα και πάλι πίσω σε ένα γαϊτανάκι προδομένης σωματικής προσπάθειας. Εκείνη η λέξη που χάραξα χτες στην σκόνη στο τραπεζάκι του σαλονιού είναι ακόμα εκεί, φαίνεται πιο θαμπά τώρα που προστέθηκε στο ήδη παχύ στρώμα και η σημερινή σκόνη. Αγων…   με αποσιωπητικά, πολλά αποσιωπητικά -βαρέθηκα να την τελειώσω. Σήμερα σκέφτομαι να  σκουπίσω την σκόνη καταβάλλοντας τoν ελάχιστο δυνατό κόπο, δεν βοηθά μάλλον σε τίποτα να χαράζω μισοτελειωμένες λέξεις  και μισοτελειωμένες σκέψεις. 
    Το ατελές είναι το ίδιον όλης μου της ύπαρξης. Το ατελές και το ατελείωτο. Διασταυρώνονται παντού με το εγώ μου. Όλο το εγώ μου μια ατελείωτη ατέλεια τελείων προθέσεων.  Οι τελευταίες ιδίως με προδίδουν διαρκώς με την τελειότητα της αρχικής κατασκευής τους και την διαρκή ανεπάρκεια της πραγμάτωσης τους. Συχνά νιώθω ότι  πραγματώνονται μια στιγμή μοναχά πριν ματαιωθούν. Είναι η ειρωνεία του σύμπαντος που μου κλείνει το μάτι κοροϊδευτικά. Τέλεια αυτή, τέλεια μέσα στην σκληρότητα της. Αν συμφιλιωθώ μαζί της ίσως να μπορέσω να συλλάβω το ατελές που με δονεί ρυθμικά και ανερμήνευτα. Η  ίσως πάλι και όχι..

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Τα σπιτάκια







Μην μου το χαλάς. Εγώ λίγη παρέα σου ζήτησα. Τίποτα άλλο. Όχι δεν ήθελα να γεμίσω με τα παράξενά μου φρούτα το ψυγείο σου, ούτε με τρίχες από τα μαλλιά μου τα σεντόνια σου, δεν ήθελα να σε αναγκάζω να τα τινάζεις  όλη την ώρα. Τζάμπα κούραση βρε αδελφέ. Δεν ζήτησα μόνιμη θέση στο ριγωτό κάλυμμα του καναπέ σου. Και να σου πω και κάτι; Δεν με χωρούσε κιόλας. Ήταν στενός. Δεν χωρούσε όλα αυτά που θα μπορούσα  πάνω του να ακουμπήσω. Κι οι αχτίδες που έμπαιναν από το παράθυρο και χόρευαν στα γυμνά γόνατα μου, ήταν λίγες και θαμπές νομίζω. Γι’ αυτό μην μου το χαλάς. Το σεργιάνισμα είναι ωραίο, γιατί έξω έχει πιο πολλές  αχτίδες και λιγότερο θαμπές. Σε λούζουν ολάκερο. Και ξέρεις κάτι; Τα μισά πράγματα δεν είναι ούτε νόστιμα, ούτε ξέγνοιαστα, ούτε ευχάριστα.  Δος μου μόνο την παρέα σου, μάσα την και φτυστην ολόκληρη πάνω μου και εγώ θα την μπουκωθώ ολόκληρη και θα την καταπιώ. Είπαμε, αν το μόνο που έχεις σε ολάκερο είναι  λίγη παρέα, εγώ αυτήν διαλέγω. Και δίνω όσο όσο γι αυτό.
    Έτσι ρε φίλε, να συναντάμε τους μπαρμπάδες της πόλης και να γελάμε όταν μας κοιτανε περίεργα, να περνάμε έξω από τα λουκουματζίδικα και να τραβάμε τζούρες μυρωδιές, να σε πηγαίνω να τρως ανατολίτικα, όσο πιο ασήκωτα και καυτερά γίνεται και να θέλεις μετά τρεις σόδες για να συνέλθεις. Να σε περπατάω και να με περπατάς. Και μετά προς θάλασσα μεριά, γιατί τι σκατά κάνουμε σ αυτήν την κωλοζωή άμα είναι να μην βλέπουμε θάλασσα; Να ξέρεις, λένε πως άμα αγαπάς μαζί με κάποιον άλλο την θάλασσα,  αλληλοαγαπιέστε με τον καιρό.  Και να κοιτάμε εκείνα τα χαμηλά σπιτάκια  που μένανε παλιά οι πρόσφυγες και έχουνε γείρει με τα χρόνια, σαν κάτι ξεραμένα δεντράκια στην άκρη του δρόμου. Σανιδένια πατώματα και σκέπες και αυλές, καφασωτά παράθυρα, όλα από ξύλο μισοσαπισμένο και μαυρισμένο, όμορφο μέσα στην τέλεια παρακμή του, αλλά σκέψου, τι  παράξενο, σαν να κρύβει ακόμα ζωή μέσα στους ρόζους του. Σαν να περιμένει κάποιος να ξαναρθεί και να μείνει μέσα του. Και να στήσει γλεντοκόπημα υπαίθριο και λαϊκό.  Κι αν το καλοσκεφτείς όλοι αυτό δεν είναι  σαν να περιμένουμε;
     Ωραία ιστορία αυτή με τους πρόσφυγες  και τα ξύλινα εξοχικά σπιτάκια, δεν νομίζεις;  Ένα μονάχα σου ζητάω: μην την ξαναπείς σε κανέναν άλλο, ανήκει σε μένα τώρα. Και να στρίψεις μετά δυο τσιγαράκια να τα καπνίσουμε εκεί, καθισμένοι στο χώμα και να κοιτάμε τα σπιτάκια, όχι βαριά, τις βαρέθηκα ξέρεις τις βαριές κουβέντες και τις βαριές φιλοσοφίες και τις βαριές ψυχές, ελαφρούτσικα, σαν την βροχούλα που θα ’ρχισει σε λίγο να πέφτει και να νοτίζει τις μύτες μας. Κι αν δεν μπορέσεις μην στρέψεις το βλέμμα σου καθόλου προς  εμένα, να θυμάσαι, δεν σου το ζήτησα.  Κοίταζε ευθεία απέναντι σου, χάσου μέσα στον καπνό που στροβιλίζεται μπροστά σου.  Και εγώ το ίδιο θα κάνω, αλλά πάλι..ίσως και να σου κλέψω μια ματιά. Στο φινάλε μπορεί και να μου την χρωστάς…