Powered By Blogger

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Πληγή


   Σηκώθηκε παραπατώντας και ψηλαφιστά έφτασε στον καθρέφτη. Σήκωσε το ιδρωμένο φανελάκι και την είδε. Την ένιωθε και ενώ κοιμόταν αλλά δεν ήθελε να διαταράξει περισσότερο τον ήδη τρικυμισμένο ύπνο του. Έμοιαζε σαν κέρμα που τα όρια του ήταν ασαφή λες και διαχέονταν στο πλάι. Το χρώμα της ήταν αιμάτινο και σε κάθε άγγιγμα πονούσε, όχι εκεί, πονούσε λες και του τσιμπούσε την καρδιά, λες και ένα αόρατο χέρι του έσφιγγε το στέρνο και δεν τον άφηνε να ανασάνει. Δεν ήθελε να δώσει σημασία και προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Την ένιωθε όλη μέρα και την επόμενη και την επόμενη. Ένιωθε το τσίμπημα στην καρδιά στιγμές στιγμές, αλλά δεν πείραζε, θα τον συνήθιζε τον πόνο. Όλα συνηθίζονται, αλλά ο πόνος ευκολότερα. Τα βράδια κοιταζόταν κλεφτά στον καθρέφτη (δεν μπορούσε, δεν άντεχε να την κοιτάξει προσεκτικά) και η πληγή ήταν πάντα εκεί αλλά ποτέ η ίδια, μεγάλωνε, μεγάλωνε διαρκώς και τα τσιμπήματα στην καρδιά πλήθαιναν μαζί με τα όρια της που ολοένα αύξαιναν. Τα όρια δεν μπορούσε πια να τα διακρίνει. Όρια και δέρμα και σώμα και πληγή γίνονταν σιγά σιγά ένα άρρηκτο ένα. Δεν ήθελε πια να ξέρει αλλά το ένιωθε, ναι μπορούσε πια να το νιώσει καθαρά, ότι θα τον καταπιεί κάποια στιγμή μέσα στην αιμάτινη δίνη της. Η πληγή ή πόνος που προκαλούσε; Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει. Και αυτός; Τι μπορούσε να κάνει γι’ αυτό; Κι όμως οι μέρες περνούσαν και η πληγή υπήρχε εκεί και ο πόνος το ίδιο, όμως περίεργο, τον άφηνε να ζει. Δεν μεγάλωνε πια, είχε μεγαλώσει τόσο που έχτιζε ένα αξεδιάλυτο σύνολο με τον ίδιο του τον εαυτό. Μάλλον αυτό σήμαινε τελικά ότι θα μάθαινε να ζει με αυτήν ότι θα γινόταν μέρος της ίδιας του της ύπαρξης. Κι αν μπορούσε να κάνει κάτι γι΄αυτό; Δεν έπρεπε να το κάνει; Να το προσπαθήσει έστω; Η πληγή μπορεί να έφευγε έτσι όπως ήρθε. Αρκεί να έπειθε τον εαυτό του ότι ποτέ δεν θα την αφήσει να τον νικήσει, αρκεί να έπειθε τον εαυτό του ότι η πληγή ήρθε για να του θυμίζει κάτι που μόνος του λησμονούσε… Και ίσως αν σκεφτόταν τον πόνο της πληγής να μπορούσε να το κάνει. Η πληγή δεν ήρθε τυχαία, δεν μπορεί να ήρθε τυχαία…

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Άνθρωποι-εποχές


Τις χάσαμε τις εποχές. Πάνε. Πολυτέλεια πια να προσπαθείς να νιώσεις τις εναλλαγές τους. Όλα λες και έχουν συνθλιβεί κάτω από την τερατώδη μυλόπετρα που λέγεται κρίση. Και όχι μόνο. Νιώθω ότι ακόμη και πριν απ’ αυτό χαμένες ήταν για τους περισσότερους. Ίσως επειδή έχουν συμπιεστεί σε δυο μόνο: χειμώνας-καλοκαίρι. Τις υπόλοιπες τις απωλέσαμε κάπου στην πορεία. Θα μου πεις στην πόλη ζεις. Μπορούσες ποτέ να καταλάβεις τις εναλλαγές των εποχών; Κι όμως. Κάτι καταλάβαινα, κάτι έπιανα στον αέρα, έστω και ανεπαίσθητο. Τώρα κενό. Ώρες ώρες σκέφτομαι πως θα ήθελα να είμαι μια σύγχρονη Mary Poppins, να βάζω το βικτωριανό μου καπελάκι, να κρατώ την μυτερή μου ομπρέλα και να ίπταμαι στους ουρανούς (τους αττικούς, ας μην είναι βρετανικές έξοχες, δεν πειράζει) για να ψάχνω να βρω οτιδήποτε μπορεί να μου θυμίσει τις αλλαγές των εποχών. Να μυρίσω μια ανθισμένη αμυγδαλιά, από αυτές που φέρνουν την άνοιξη, να χαθώ σε έναν κήπο με πορτοκαλιές και μανταρινιές σαν κι αυτούς που βλέπαμε στα εικονογραφημένα σχολικά βιβλία του δημοτικού με μια γιαγιά και έναν πάππου να τον φροντίζουν μ’ ένα τσαπί στο χέρι, να φέρω στο πρόσωπο μου ένα μάτσο λουλούδια και ας μου μπει η γύρη τους στα ρουθούνια , να πατήσω το φρεσκονοτισμένο χώμα του φθινοπώρου με την πικρόστυφη μυρωδιά και το παπούτσι μου να βυθιστεί στη γη.
     Οι εποχές είναι περισσότερο μια αίσθηση που πασχίζουμε να συλλάβουμε, μια αίσθηση υπερβατικής φυγής από την συμβατότητα. Είναι η αλλαγή, η αλλαγή στην πιο γόνιμη μορφή της. Ο τρόπος που έχει εφεύρει η φύση για να αυτοαναιρείται και να αυτοαναγενναται εκ της τέφρας της κάθε φορά. Σκέφτομαι πόσο ευεργετικό πράγμα είναι η αλλαγή. Η στασιμότητα εμπεριέχει μια θλίψη όσο να πεις. Όμορφο θα ήταν και εμείς οι άνθρωποι να μπορούσαμε λέει να εφευρίσκουμε τρόπους, που δεν είχαμε φανταστεί, για να επαναπροσδιοριζόμαστε από καιρό σε καιρό, για να ντύσουμε αυτό που είμαστε με άλλα ρούχα. Άνθρωποι-εποχές. Τι επιθυμητή, τι θελκτική ευελιξία. Να μπορούμε να ανακαλύπτουμε το εγώ μας ξανά και ξανά όπως η φύση μπορεί και αλλάζει τα προσωπεία της, χωρίς να χάνει τίποτα απ την αλήθεια της.  Πόσο ενδιαφέρον θα ‘ταν, πόσο ανακουφιστικό. Κάτι παραπάνω: μαγικό…