…..τα βήματα της την φέραν μπροστά στην εκκλησία της μικρής πόλης.
Όμορφη εκκλησία, από πέτρα πελεκητή που λέγαν οι παλιοί. Κόσμος πολύς στεκότανε
απ’ έξω, οι γονείς κρατούσαν σφιχτά από το χέρι τα ατίθασα παιδιά που θελαν να τρέξουν
ελεύθερα στο προαύλιο της εκκλησίας. Όταν μπήκε μέσα ένιωσε λες και τα βλέμματα
πέσανε πάνω της, ίσως επειδή δεν το πολυσυνήθιζε να πηγαίνει. Κουταμάρες
βέβαια, στις πόλεις, ακόμη και τις μικρές, κανείς δεν τα προσέχει τέτοια
πράγματα. Η μυρωδιά απ’ το καμένο κερί και το θυμιατήρι της έκοψαν την ανάσα.
«Να ναι άραγε αυτή η πραγματική κατάνυξη;» σκέφτηκε. Έριξε το κέρμα στο
παγκάρι, πήρε ένα κερί και προσπάθησε να βρει αυτό που τόσα χρόνια δεν είχε
καταφέρει. Η ατμόσφαιρα μέσα στην εκκλησία ήταν υπνωτιστική. Τα αυτιά της τα
νιώθε να βουίζουν κι ο αέρας ήταν βαρύς από τις ανάσες και τις μυρωδιές, τα
λόγια του παπά φτάναν θολά σαν βουητό στα αυτιά της. Οι εικόνες γύρω της λες
και κοιτούσαν επιτιμητικά σαν να της λέγανε «που ήσουν τόσα χρόνια;». Κι ο
παντοκράτορας απ’ τον τρούλο είχε βλέμμα απότομο και βλοσυρό. Έγειρε σ’ ένα
στασίδι και προσπάθησε να παρακολουθήσει την λειτουργία. Της ήρθε λιγοθυμιά,
όμως έσφιξε τα δόντια και έκλεισε τα μάτια μονάχα για ένα δευτερόλεπτο, μονάχα
για ένα δευτερόλεπτο…
Όταν τα άνοιξε, η εκκλησία είχε αδειάσει. Η
νεωκόρος πέρασε για να σβήσει τα κεριά που έφεγγαν τον τόπο σαν να ’ταν μέρα
μεσημέρι. Ένα κερί ξέμεινε αναμμένο στο βάθος, σαν ξαφνιασμένο. Κοίταξε μέσα
βαθιά στην θυμωμένη σπιθίτσα του και θυμήθηκε αυτό που είχε μόλις δει.
Περπατούσε και γελούσε. Όχι μόνη της. Της έπιανε το χέρι η μάνα της. Ήταν μικρή,
πολύ μικρή. Και μόλις είχε φύγει από την Ανάσταση. Η λαμπάδα της ήταν ψηλή ίσαμε
τον ουρανό, η καλοφτιαγμένη αλογοουρά της της γαργαλούσε τον σβέρκο, τα
παπούτσια της ήταν ασπρισμένα και η πλισέ φουστίτσα της καλοσιδερωμένη και τριζάτη.
Η μαμά ήταν χαρούμενη, πολύ χαρούμενη. Γελούσε,γελούσε σαν παιδί. Τα μάγουλα της
ήταν φλογισμένα, τα βαθυκάστανα μάτια της έλαμπαν σαν πυγολαμπίδες, πιότερο και
απ’ τα βεγγαλικά που άναβαν στον ουρανό. Και αυτή χαιρόταν που έβλεπε την μαμά χαρούμενη,
να της φιλάει το κεφάλι, τα μάγουλα, να της σφίγγει με θέρμη πρωτόφαντη το
χέρι.
Σαν όνειρο μέσα στο όνειρο, χωνεμένη στιγμή
μέσα στο άπειρο των στιγμών. Και περπάτησαν αργά προς την θάλασσα και αυτή τους
πιτσίλισε τα πρόσωπα και κατάπιαν λαίμαργα σταγόνα την σταγόνα την αρμύρα της
σαν νερό που έπεφτε στο διψασμένο χώμα. Δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί ποτέ την
μαμά της έτσι, τόσο όμορφη και φλεγόμενη, αέρινη, σχεδόν μεταφυσική. Συνήθως ήταν
λυπημένη, περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό και σπάνια ένα δειλό χαμόγελο χαραζόταν
στο πρόσωπο της. Τώρα όμως η χαρά της την είχε συνεπάρει σαν μια ξεκάθαρη υπόσχεση
ξέγνοιαστης ζωής, σαν ένα κατακόκκινο αυτοκίνητο που θα τις έπαιρνε και τις δυο
και θα τις πήγαινε βόλτα στο περιβόλι της γλύκας. Και έτσι αγκαλιασμένες προχώρησαν
με βήματα σίγουρα και δυνατά, σε μια βροντερή κατάκτηση των στιγμών που θα έρχονταν
από δω και πέρα, σε μια μαγεμένη υπόμνηση αληθινής ζωής.
Και ξαφνικά ένιωσε ασφαλής και δυνατή και σκέφτηκε
πως αυτό ήταν, τα κατάφερε επιτέλους να βρει μέσα στην άνοιξη, την πασχαλινή της
κατάνυξη που τόσο ποθούσε. Τα κατάφερε, τα κατάφερε, τα κατάφερε…