Powered By Blogger

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Η τριανταφυλλιά


Χτες το βράδυ έθαψα μια τριανταφυλλιά
ήταν όλο ροζ μπουμπούκια
έτοιμα να σκάσουν,
μα η ρίζα της έφτανε μια σπιθαμή μονάχα κάτω απ΄ το έδαφος
δεν πρόλαβε να βαθύνει,
δεν ήθελε να βαθύνει.
Κι εγώ έδωσα μια και την ξερίζωσα
μάτωσα τα μαλακά δάχτυλα μου
-άμαθα κρινοδάχτυλα
στο σκάψιμο, το σφουγγάρισμα, το χάδι.
Κι ύστερα έσκαψα βαθιά
και την έβαλα μέσα στο χώμα
έτσι
με τα ροζ μπουμπούκια της από κάτω.
Το αίμα μου τα ράντισε
σαν σε σπονδή
τυραννικού θεού.
Τυραννικού ή τυραγνισμένου;
Δεν ξέρω ακόμα,
η μαμά μου μου είπε
όταν μεγαλώσω θα μάθω
Ενώ ξεσκόνιζε το λούτρινο αρκουδάκι μου.
Και σαν να μην έφτανε αυτό,
ένα πουλί με ψαλιδωτή ουρά
πέρασε λίγο πριν ρίξω
την τελευταία φτυαριά
 από χώμα ανακατεμένο με αίμα
στην τριανταφυλλιά μου
δίνοντας την δική του γιορταστική νότα
στην λιτή τελετή μου.
Ένα φτερό από την ουρά του
έπεσε αργά και μεγαλόπρεπα
μέσα στο λάκκο
σημάδι  τελεσίδικο
για ένα πέταγμα
ολοένα ματαιούμενο.
Σκέφτηκα μια στιγμή να κλάψω
αλλά μου φάνηκε πως τα δάκρυα
θα ταν πολυτέλεια περιττή,
αγαλλίαση ντροπιαστικά ιδιοτελής
σε μια τόσο
ενδελεχώς
διακριτική
τελετή.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Ακόμη κι όταν ακούω δυνατά το όνομά σου
Όταν στέκεις εκεί
Με τα μάτια ορθάνοιχτα και
περήφανα
Ξέρω.
Οι λέξεις
σάπισαν
 μέσα στο στόμα σου
Τα μέλη σου
μπαμπάκιασαν
περιμένοντας την σπορά
 Οι πληγές σου
κακοφόρμισαν,
 το σκοτωμένο αίμα δεν κυλάει
Όμως στέκεις εκεί
Κι εγώ ακούω δυνατά το όνομα σου
Το ελάχιστο της ψυχής  σου
σε περιμένει.
Στέκεις.
Όχι παράμερα.
Φανερά
Ανοιχτά
Περήφανα
Δυνατά

Πιο δυνατά
απ’ τους απελπισμένους

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ατελές

Βυθίζομαι όλο και περισσότερο. Το κορμί ανυπάκουο, ανυπόταχτο, ανυποχώρητo. Ζητάει αδιάκοπα, μόνο ζητάει.  Περισσότερα από αυτά που μπορώ να του δώσω. Όλη μου η δύναμη συγκεντρώνεται στην ανάγκη να το δαμάσω. Δεν ξέρω πως να αντιμετωπίσω τις επιτακτικές του ανάγκες. Με παρασύρει σε σκέψεις νοσηρές και συνάμα γελοίες . Ο σωματικός πόνος, το άγγιγμα που σημαδεύει με την απουσία του την μονόχνοτη ύπαρξη μου γίνονται τα έργα του τώρα μου. Η ύπαρξη μου ένα τέλειο συγκοινωνούν δοχείο. Ένα αδιατάρακτο όλον που πασχίζω να διαταράξω. Τα φευγαλέα αγγίγματα δεν λιγοστεύουν  το φορτίο, αντίθετα το επιτείνουν, γίνονται μια βαριά κουβαλησιά,  που δεν βρίσκεις  χώρο να απιθώσεις.  Τα δέντρα, τα πουλιά, ο ήλιος που τυχαία αυλακώνει το πρόσωπο μου ένα στημένο σκηνικό, κοινό, πολύ κοινό, κουραστικά κλισέ. 
    Η ψευδαίσθηση των μικρών μου απολαύσεων δεν υπήρξε ποτέ. Δεν θα υπάρξει ποτέ.  Ο χρόνος με καταδιώκει ανελέητα. Δεν μπορώ να τον συλλάβω, είναι ακατανόητος, δύσκολος και ανεξήγητος, μπορώ όμως στα σίγουρα να τον αισθανθώ.  Οι τοίχοι του σπιτιού μοιάζουν υπερβολικά σίγουροι , τους κοιτάζω και προσπαθώ να αντιληφθώ την πηγή αυτής της σιγουριάς. Η βεβαιότητα του αβέβαιου με ταράζει, θα θελα να μπορώ να προβλέψω τις σωματικές μου αντιδράσεις. Αδυνατώ. Δυσκολεύομαι να προβλέψω και την κατάληξη της ελάχιστης διαδρομής  μου. Κουζίνα-κρεβατοκάμαρα- τουαλέτα και πάλι πίσω σε ένα γαϊτανάκι προδομένης σωματικής προσπάθειας. Εκείνη η λέξη που χάραξα χτες στην σκόνη στο τραπεζάκι του σαλονιού είναι ακόμα εκεί, φαίνεται πιο θαμπά τώρα που προστέθηκε στο ήδη παχύ στρώμα και η σημερινή σκόνη. Αγων…   με αποσιωπητικά, πολλά αποσιωπητικά -βαρέθηκα να την τελειώσω. Σήμερα σκέφτομαι να  σκουπίσω την σκόνη καταβάλλοντας τoν ελάχιστο δυνατό κόπο, δεν βοηθά μάλλον σε τίποτα να χαράζω μισοτελειωμένες λέξεις  και μισοτελειωμένες σκέψεις. 
    Το ατελές είναι το ίδιον όλης μου της ύπαρξης. Το ατελές και το ατελείωτο. Διασταυρώνονται παντού με το εγώ μου. Όλο το εγώ μου μια ατελείωτη ατέλεια τελείων προθέσεων.  Οι τελευταίες ιδίως με προδίδουν διαρκώς με την τελειότητα της αρχικής κατασκευής τους και την διαρκή ανεπάρκεια της πραγμάτωσης τους. Συχνά νιώθω ότι  πραγματώνονται μια στιγμή μοναχά πριν ματαιωθούν. Είναι η ειρωνεία του σύμπαντος που μου κλείνει το μάτι κοροϊδευτικά. Τέλεια αυτή, τέλεια μέσα στην σκληρότητα της. Αν συμφιλιωθώ μαζί της ίσως να μπορέσω να συλλάβω το ατελές που με δονεί ρυθμικά και ανερμήνευτα. Η  ίσως πάλι και όχι..

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Τα σπιτάκια







Μην μου το χαλάς. Εγώ λίγη παρέα σου ζήτησα. Τίποτα άλλο. Όχι δεν ήθελα να γεμίσω με τα παράξενά μου φρούτα το ψυγείο σου, ούτε με τρίχες από τα μαλλιά μου τα σεντόνια σου, δεν ήθελα να σε αναγκάζω να τα τινάζεις  όλη την ώρα. Τζάμπα κούραση βρε αδελφέ. Δεν ζήτησα μόνιμη θέση στο ριγωτό κάλυμμα του καναπέ σου. Και να σου πω και κάτι; Δεν με χωρούσε κιόλας. Ήταν στενός. Δεν χωρούσε όλα αυτά που θα μπορούσα  πάνω του να ακουμπήσω. Κι οι αχτίδες που έμπαιναν από το παράθυρο και χόρευαν στα γυμνά γόνατα μου, ήταν λίγες και θαμπές νομίζω. Γι’ αυτό μην μου το χαλάς. Το σεργιάνισμα είναι ωραίο, γιατί έξω έχει πιο πολλές  αχτίδες και λιγότερο θαμπές. Σε λούζουν ολάκερο. Και ξέρεις κάτι; Τα μισά πράγματα δεν είναι ούτε νόστιμα, ούτε ξέγνοιαστα, ούτε ευχάριστα.  Δος μου μόνο την παρέα σου, μάσα την και φτυστην ολόκληρη πάνω μου και εγώ θα την μπουκωθώ ολόκληρη και θα την καταπιώ. Είπαμε, αν το μόνο που έχεις σε ολάκερο είναι  λίγη παρέα, εγώ αυτήν διαλέγω. Και δίνω όσο όσο γι αυτό.
    Έτσι ρε φίλε, να συναντάμε τους μπαρμπάδες της πόλης και να γελάμε όταν μας κοιτανε περίεργα, να περνάμε έξω από τα λουκουματζίδικα και να τραβάμε τζούρες μυρωδιές, να σε πηγαίνω να τρως ανατολίτικα, όσο πιο ασήκωτα και καυτερά γίνεται και να θέλεις μετά τρεις σόδες για να συνέλθεις. Να σε περπατάω και να με περπατάς. Και μετά προς θάλασσα μεριά, γιατί τι σκατά κάνουμε σ αυτήν την κωλοζωή άμα είναι να μην βλέπουμε θάλασσα; Να ξέρεις, λένε πως άμα αγαπάς μαζί με κάποιον άλλο την θάλασσα,  αλληλοαγαπιέστε με τον καιρό.  Και να κοιτάμε εκείνα τα χαμηλά σπιτάκια  που μένανε παλιά οι πρόσφυγες και έχουνε γείρει με τα χρόνια, σαν κάτι ξεραμένα δεντράκια στην άκρη του δρόμου. Σανιδένια πατώματα και σκέπες και αυλές, καφασωτά παράθυρα, όλα από ξύλο μισοσαπισμένο και μαυρισμένο, όμορφο μέσα στην τέλεια παρακμή του, αλλά σκέψου, τι  παράξενο, σαν να κρύβει ακόμα ζωή μέσα στους ρόζους του. Σαν να περιμένει κάποιος να ξαναρθεί και να μείνει μέσα του. Και να στήσει γλεντοκόπημα υπαίθριο και λαϊκό.  Κι αν το καλοσκεφτείς όλοι αυτό δεν είναι  σαν να περιμένουμε;
     Ωραία ιστορία αυτή με τους πρόσφυγες  και τα ξύλινα εξοχικά σπιτάκια, δεν νομίζεις;  Ένα μονάχα σου ζητάω: μην την ξαναπείς σε κανέναν άλλο, ανήκει σε μένα τώρα. Και να στρίψεις μετά δυο τσιγαράκια να τα καπνίσουμε εκεί, καθισμένοι στο χώμα και να κοιτάμε τα σπιτάκια, όχι βαριά, τις βαρέθηκα ξέρεις τις βαριές κουβέντες και τις βαριές φιλοσοφίες και τις βαριές ψυχές, ελαφρούτσικα, σαν την βροχούλα που θα ’ρχισει σε λίγο να πέφτει και να νοτίζει τις μύτες μας. Κι αν δεν μπορέσεις μην στρέψεις το βλέμμα σου καθόλου προς  εμένα, να θυμάσαι, δεν σου το ζήτησα.  Κοίταζε ευθεία απέναντι σου, χάσου μέσα στον καπνό που στροβιλίζεται μπροστά σου.  Και εγώ το ίδιο θα κάνω, αλλά πάλι..ίσως και να σου κλέψω μια ματιά. Στο φινάλε μπορεί και να μου την χρωστάς…



Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Στα κορίτσια που ερωτεύτηκαν


Ερωτευτείτε...Tα κορίτσια που έγιναν μπάλες φλεγόμενες από έρωτα και εκτινάχτηκαν σαν πύραυλοι στο άπειρο από πάθος, πόθο, τρέλα, εμμονή, μανία ασίγαστη και καταστροφική. Τα κορίτσια που ιδρώνουν και ξεχνάνε να σκουπίζουν τον ιδρώτα τους, που το σάλιο τους στεγνώνει και ξεχνάνε να πιουν νερό, τα κορίτσια που αφήνονται να κυλήσουν σαν πέτρες στην κατηφόρα, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, πιο γρήγορα και πιο απελπισμένα, σαν σφαίρες αστρικές που η ενέργεια και η ταχύτητα τους έγιναν ένα. Ερωτευτείτε εκείνα τα σαλά από έρωτα κορίτσια που μόνα τους σιγοτραγουδούν στους δρόμους, που παίρνουν ξυράφια και χαράζουν παγκάκια και δέντρα και ανθρώπους και στιγμές και ύστερα τα φλεγόμενα κορμιά τους, γιατί ο πόθος τους τα έκανε να μην νιώθουν πια από πόνο. Ερωτευτείτε όλα εκείνα τα κορίτσια που κάθονται και σκαρώνουν στίχους ελπίζοντας στωικά να λυτρωθούν μες την προσωρινή λύτρωση που οι λέξεις τους προσφέρουν. 
    Ερωτευτείτε όλα τα όμορφα και έξυπνα κορίτσια που  κάθονται κοντά σε κουτσουλισμένα αγάλματα και πιάνουν μαρμαρένια μπράτσα και τα πηγαίνουν περαντζαδες εν-δυο σε δρόμους αχανείς και τρομαγμένους. Τρομαγμένους από κορίτσια που φώναξαν δυνατά και διαπεραστικά μέχρι να πεταχτούν οι φλέβες του λαιμού τους, μέχρι η φωνή τους να αγγίξει το ταβάνι της πόλης. Ερωτευτείτε όλα τα κορίτσια που πιάνουν μολύβι και χαρτί και δεν φοβούνται να γράψουν, όλα εκείνα τα κορίτσια που σκεφτήκαν πολύ και αποφάσισαν να μην το παίζουν γκόμενες, μόνο άνθρωποι, σκέτοι άνθρωποι με νου και καρδιά.
   Αυτά τα κορίτσια οφείλετε να τα ερωτευτείτε, το χρωστάτε στην συμπαντική αρμονία, στην λυτρωτική κάψα του τελευταίου αγαπημένου σας καλοκαιριού, στα σκαλάκια που καθίσατε και παίξατε όταν ήσασταν 10 χρονών, στις φωνές της μάνας σας, στις χαραμάδες που κρυφοκοιτάξατε λιγωμένα και σε όσα χαϊδεμένα πρωινά ονειρεύεστε από δω και στο εξής… 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Για την ΕΡΤ κι όσα μας έκλεψαν…

Νιώθω βιασμένη, πικραμένη, απογοητευμένη. Σαν να μου κλέψαν κάτι πολύ προσωπικό και πολύ δικό μου. Που κανένας δεν είχε δικαίωμα να ακουμπήσει τα βρωμόχερα του πάνω του  και να μου το πάρει και όμως τόλμησε και το έκανε. Γιατί αυτοί με τα βρωμόχερα, οι κλεφτές και οι λωποδύτες, έχουν την αηδιαστική συνήθεια να ιδιοποιούνται και να μεταχειρίζονται σαν τσιφλίκι τους πράγματα τα οποία δεν τους ανήκουν. Και δεν τους ανήκουν, γιατί ανήκουν σε όλους. Σε ολόκληρο τον λαό, που έχει μοχθήσει, ιδρώσει και δώσει το αίμα του για να τα φτιάξει και να τα συντηρήσει. Στους πνευματικούς ανθρώπους που πήραν και ακούμπησαν την ψυχή τους πάνω τους, όπως έκανε κάποτε ο Χατζιδάκις με το Τρίτο Πρόγραμμα, για να δημιουργήσει έναν σταθμό-ζωντανή ιστορία που για τόσες δεκαετίες μπόλιασε με πολιτισμό την ελληνική κοινωνία. Αυτό λοιπόν τον απαράβατο όρο του «δεν ιδιοποιούμαι πάνω στις πλάτες των άλλων» τον πάτησε χωρίς κανέναν δισταγμό ο πρωθυπουργός του “αποφασίζουμε και διατάζουμε”, ένας πρωθυπουργός με τα μικρότερα εκλογικά ποσοστά από καταβολής ελληνικού κράτους, που δεν νομιμοποιείται από πουθενά να διοικεί με το δόγμα «βασιλικό διάταγμα και τα λουριά δεμένα» το οποίο ουσιαστικά εφαρμόζει με τις απολυταρχικής έμπνευσης πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παρακάμπτοντας και καταστρατηγώντας με χαρακτηριστική ευκολία το κοινοβούλιο, τους θεσμούς και εν τέλει κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμότητας.
     Από την Τρίτη το βράδυ μου κοστίζει πάρα πολύ που όταν γυρίζω τον διακόπτη στο Δεύτερο Πρόγραμμα δεν ακούω τίποτα εκτός από ένα απόκοσμο βουητό. Νιώθω τα μάτια μου σχεδόν να βουρκώνουν όταν συνειδητοποιώ ότι αυτά που άκουγα εκεί δεν μπορώ να τα ακούσω σχεδόν από πουθενά αλλού και ίσως να μην τα ακούσω ούτε από εκεί ποτέ ξανά. Λόγω της απασχόλησης μου τα τελευταία χρόνια (γιατί και δουλειά ακριβώς δεν την λες αλλά ας μην το πιάσουμε και αυτό) περνούσα και περνάω ατέλειωτες ώρες μέσα σε λεωφορεία και τρένα, πολλές φορές απογοητευμένη, πολλές φορές βαριεστημένη, πολλές φορές μουδιασμένη από τα όσα ζω και βλέπω γύρω μου. Κι αυτή η βελόνα στους 103,7 ήταν συχνά μια όαση ελπίδας και αισιοδοξίας για μένα, γιατί από το πουθενά μπορεί να άκουγα μια φανταστική εκπομπή-αφιέρωμα στο προπολεμικό τραγούδι ή στο πολιτικό τραγούδι ή στο ρεμπέτικο τραγούδι. Μια εκπομπή για την αγαπημένη Αρλέτα και τις μπουάτ, όπως αυτή που έπαιξε στο Δεύτερο πριν από κανένα δίμηνο ή για την Νένα Βενετσάνου, που επίσης έπαιξε πρόσφατα και συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ ακούγοντας αυτές τις υπέροχες γυναίκες και καλλιτέχνιδες να μιλούν για την ζωή και την διαδρομή τους. Στιγμές μαγικές για όσους μπορούν να τις εκτιμήσουν.
    Γιατί κύριοι κρατούντες της γιαλαντζι ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας (πόσο μα πόσο σιχαμερή λέξη) δεν μας ενδιαφέρει όλους και δεν θέλουμε να ανήκουμε στην πλειοψηφία της αποχαύνωσης που με τόσο κόπο δημιουργήσατε στην Ελλάδα, ούτε θέλουμε όλοι να προσκυνάμε τον πολιτισμό του μπουζουκιού και του γαρύφαλλου, που εσείς προκρίνετε, αφού «αυτά θέλει ο κόσμος». Υπάρχουν και ευτυχώς θα υπάρχουν πάντα σε αυτήν την χώρα άνθρωποι που θα δακρύζουν όταν ακούν Λοιζο και όχι Πάολα και θα χορεύουν όταν ακούν Μπέλλου και όχι Βασίλη Καρρά. Γιατί ο πολιτισμός δεν μετριέται και δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί με ορούς ανταγωνιστικότητας και πλειοψηφίας, γιατί αν ήταν έτσι θα καίγαμε τα βιβλία των νομπελιστών ποιητών μας που πουλάνε 1000 αντίτυπα τον χρόνο, για να αγοράζουμε όλοι best-sellers παραλίας που έχουν μεγάλη απήχηση στους πολλούς. Αν εσείς θέλετε η ελληνική κοινωνία να μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα αποχαυνωμένων ζόμπι που καταναλώνουν «πολιτισμό» του καναπέ, εμείς δεν θα το επιτρέψουμε. Γιατί έχουμε και εμείς δικαίωμα να καταναλώνουμε τον δικό μας πολιτισμό κι ας είμαστε λίγοι αυτοί που ακούγαμε Δεύτερο και Τρίτο Πρόγραμμα ή βλέπαμε δημόσια τηλεόραση. Λίγοι πάντοτε σύμφωνα με τους δικούς σας όρους, αυτούς της "αγοράς". Στην τελική δική σας ευθύνη ήταν τόσα χρόνια να εθίσετε τους πολλούς στην αισθητική απόλαυση που προσφέρουν τα αληθινά πολιτιστικά δημιουργήματα αλλά δεν το θέλατε. Δεν το θέλατε γιατί δεν σας βόλευε. Και δεν σας βόλευε, γιατί έτσι θα αφυπνίζονταν οι συνειδήσεις, κάτι που σίγουρα τα μουσικά υποπροϊόντα και τα καθημερινά σκουπίδια των ιδιωτικών καναλιών (που με τις ευλογίες σας παραμένουν ανοιχτα παρότι παράνομα) δεν πρόκειται να κάνουν ποτέ. Για όσα, λοιπόν, μας μάγεψαν, μας ταξίδεψαν, πήραν την σκέψη μας και την πήγαν ένα βήμα παραπέρα, μας έκαναν να ονειρευτούμε και να ελπίσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, για αυτά θα αγωνιστούμε και δεν θα υποκύψουμε. Για όλα αυτά που μας αξίζουν και τους αξίζουμε. Γιατί αρνούμαστε να γίνουμε σαν και εσάς. Για όλα αυτά θα είμαστε κάθε μέρα έξω από την ΕΡΤ, συνέχεια, όσο αντέχουμε…



Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Πασχαλινό


    …..τα βήματα της την φέραν  μπροστά στην εκκλησία της μικρής πόλης. Όμορφη εκκλησία, από πέτρα πελεκητή που λέγαν οι παλιοί. Κόσμος πολύς στεκότανε απ’ έξω, οι γονείς κρατούσαν σφιχτά από το χέρι τα ατίθασα παιδιά που θελαν να τρέξουν ελεύθερα στο προαύλιο της εκκλησίας. Όταν μπήκε μέσα ένιωσε λες και τα βλέμματα πέσανε πάνω της, ίσως επειδή δεν το πολυσυνήθιζε να πηγαίνει. Κουταμάρες βέβαια, στις πόλεις, ακόμη και τις μικρές, κανείς δεν τα προσέχει τέτοια πράγματα. Η μυρωδιά απ’ το καμένο κερί και το θυμιατήρι της έκοψαν την ανάσα. «Να ναι άραγε αυτή η πραγματική κατάνυξη;» σκέφτηκε. Έριξε το κέρμα στο παγκάρι, πήρε ένα κερί και προσπάθησε να βρει αυτό που τόσα χρόνια δεν είχε καταφέρει. Η ατμόσφαιρα μέσα στην εκκλησία ήταν υπνωτιστική. Τα αυτιά της τα νιώθε να βουίζουν κι ο αέρας ήταν βαρύς από τις ανάσες και τις μυρωδιές, τα λόγια του παπά φτάναν θολά σαν βουητό στα αυτιά της. Οι εικόνες γύρω της λες και κοιτούσαν επιτιμητικά σαν να της λέγανε «που ήσουν τόσα χρόνια;». Κι ο παντοκράτορας απ’ τον τρούλο είχε βλέμμα απότομο και βλοσυρό. Έγειρε σ’ ένα στασίδι και προσπάθησε να παρακολουθήσει την λειτουργία. Της ήρθε λιγοθυμιά, όμως έσφιξε τα δόντια και έκλεισε τα μάτια μονάχα για ένα δευτερόλεπτο, μονάχα για ένα δευτερόλεπτο…
     Όταν τα άνοιξε, η εκκλησία είχε αδειάσει. Η νεωκόρος πέρασε για να σβήσει τα κεριά που έφεγγαν τον τόπο σαν να ’ταν μέρα μεσημέρι. Ένα κερί ξέμεινε αναμμένο στο βάθος, σαν ξαφνιασμένο. Κοίταξε μέσα βαθιά στην θυμωμένη σπιθίτσα του και θυμήθηκε αυτό που είχε μόλις δει. Περπατούσε και γελούσε. Όχι μόνη της. Της έπιανε το χέρι η μάνα της. Ήταν μικρή, πολύ μικρή. Και μόλις είχε φύγει από την Ανάσταση. Η λαμπάδα της ήταν ψηλή ίσαμε τον ουρανό, η καλοφτιαγμένη αλογοουρά της της γαργαλούσε τον σβέρκο, τα παπούτσια της ήταν ασπρισμένα και η πλισέ φουστίτσα της καλοσιδερωμένη και τριζάτη. Η μαμά ήταν χαρούμενη, πολύ χαρούμενη. Γελούσε,γελούσε σαν παιδί. Τα μάγουλα της ήταν φλογισμένα, τα βαθυκάστανα μάτια της έλαμπαν σαν πυγολαμπίδες, πιότερο και απ’ τα βεγγαλικά που άναβαν στον ουρανό. Και αυτή χαιρόταν που έβλεπε την μαμά χαρούμενη, να της φιλάει το κεφάλι, τα μάγουλα, να της σφίγγει με θέρμη πρωτόφαντη το χέρι.
    Σαν όνειρο μέσα στο όνειρο, χωνεμένη στιγμή μέσα στο άπειρο των στιγμών. Και περπάτησαν αργά προς την θάλασσα και αυτή τους πιτσίλισε τα πρόσωπα και κατάπιαν λαίμαργα σταγόνα την σταγόνα την αρμύρα της σαν νερό που έπεφτε στο διψασμένο χώμα. Δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί ποτέ την μαμά της έτσι, τόσο όμορφη και φλεγόμενη, αέρινη, σχεδόν μεταφυσική. Συνήθως ήταν λυπημένη, περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό και σπάνια ένα δειλό χαμόγελο χαραζόταν στο πρόσωπο της. Τώρα όμως η χαρά της την είχε συνεπάρει σαν μια ξεκάθαρη υπόσχεση ξέγνοιαστης ζωής, σαν ένα κατακόκκινο αυτοκίνητο που θα τις έπαιρνε και τις δυο και θα τις πήγαινε βόλτα στο περιβόλι της γλύκας. Και έτσι αγκαλιασμένες προχώρησαν με βήματα σίγουρα και δυνατά, σε μια βροντερή κατάκτηση των στιγμών που θα έρχονταν από δω και πέρα, σε μια μαγεμένη υπόμνηση αληθινής ζωής.
    Και ξαφνικά ένιωσε ασφαλής και δυνατή και σκέφτηκε πως αυτό ήταν, τα κατάφερε επιτέλους να βρει μέσα στην άνοιξη, την πασχαλινή της κατάνυξη που τόσο ποθούσε. Τα κατάφερε, τα κατάφερε, τα κατάφερε…