Χτες το βράδυ έθαψα μια τριανταφυλλιά
ήταν όλο ροζ μπουμπούκια
έτοιμα να σκάσουν,
μα η ρίζα της έφτανε μια σπιθαμή μονάχα κάτω απ΄
το έδαφος
δεν πρόλαβε να βαθύνει,
δεν ήθελε να βαθύνει.
Κι εγώ έδωσα μια και την ξερίζωσα
μάτωσα τα μαλακά δάχτυλα μου
-άμαθα κρινοδάχτυλα
στο σκάψιμο, το σφουγγάρισμα, το χάδι.
Κι ύστερα έσκαψα βαθιά
και την έβαλα μέσα στο χώμα
έτσι
με τα ροζ μπουμπούκια της από κάτω.
Το αίμα μου τα ράντισε
σαν σε σπονδή
τυραννικού θεού.
Τυραννικού ή τυραγνισμένου;
Δεν ξέρω ακόμα,
η μαμά μου μου είπε
όταν μεγαλώσω θα μάθω
Ενώ ξεσκόνιζε το λούτρινο αρκουδάκι μου.
Και σαν να μην έφτανε αυτό,
ένα πουλί με ψαλιδωτή ουρά
πέρασε λίγο πριν ρίξω
την τελευταία φτυαριά
από χώμα
ανακατεμένο με αίμα
στην τριανταφυλλιά μου
δίνοντας την δική του γιορταστική νότα
στην λιτή τελετή μου.
Ένα φτερό από την ουρά του
έπεσε αργά και μεγαλόπρεπα
μέσα στο λάκκο
σημάδι τελεσίδικο
για ένα πέταγμα
ολοένα ματαιούμενο.
Σκέφτηκα μια στιγμή να κλάψω
αλλά μου φάνηκε πως τα δάκρυα
θα ταν πολυτέλεια περιττή,
αγαλλίαση ντροπιαστικά ιδιοτελής
σε μια τόσο
ενδελεχώς
διακριτική
τελετή.