Powered By Blogger

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Στα κορίτσια που ερωτεύτηκαν


Ερωτευτείτε...Tα κορίτσια που έγιναν μπάλες φλεγόμενες από έρωτα και εκτινάχτηκαν σαν πύραυλοι στο άπειρο από πάθος, πόθο, τρέλα, εμμονή, μανία ασίγαστη και καταστροφική. Τα κορίτσια που ιδρώνουν και ξεχνάνε να σκουπίζουν τον ιδρώτα τους, που το σάλιο τους στεγνώνει και ξεχνάνε να πιουν νερό, τα κορίτσια που αφήνονται να κυλήσουν σαν πέτρες στην κατηφόρα, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, πιο γρήγορα και πιο απελπισμένα, σαν σφαίρες αστρικές που η ενέργεια και η ταχύτητα τους έγιναν ένα. Ερωτευτείτε εκείνα τα σαλά από έρωτα κορίτσια που μόνα τους σιγοτραγουδούν στους δρόμους, που παίρνουν ξυράφια και χαράζουν παγκάκια και δέντρα και ανθρώπους και στιγμές και ύστερα τα φλεγόμενα κορμιά τους, γιατί ο πόθος τους τα έκανε να μην νιώθουν πια από πόνο. Ερωτευτείτε όλα εκείνα τα κορίτσια που κάθονται και σκαρώνουν στίχους ελπίζοντας στωικά να λυτρωθούν μες την προσωρινή λύτρωση που οι λέξεις τους προσφέρουν. 
    Ερωτευτείτε όλα τα όμορφα και έξυπνα κορίτσια που  κάθονται κοντά σε κουτσουλισμένα αγάλματα και πιάνουν μαρμαρένια μπράτσα και τα πηγαίνουν περαντζαδες εν-δυο σε δρόμους αχανείς και τρομαγμένους. Τρομαγμένους από κορίτσια που φώναξαν δυνατά και διαπεραστικά μέχρι να πεταχτούν οι φλέβες του λαιμού τους, μέχρι η φωνή τους να αγγίξει το ταβάνι της πόλης. Ερωτευτείτε όλα τα κορίτσια που πιάνουν μολύβι και χαρτί και δεν φοβούνται να γράψουν, όλα εκείνα τα κορίτσια που σκεφτήκαν πολύ και αποφάσισαν να μην το παίζουν γκόμενες, μόνο άνθρωποι, σκέτοι άνθρωποι με νου και καρδιά.
   Αυτά τα κορίτσια οφείλετε να τα ερωτευτείτε, το χρωστάτε στην συμπαντική αρμονία, στην λυτρωτική κάψα του τελευταίου αγαπημένου σας καλοκαιριού, στα σκαλάκια που καθίσατε και παίξατε όταν ήσασταν 10 χρονών, στις φωνές της μάνας σας, στις χαραμάδες που κρυφοκοιτάξατε λιγωμένα και σε όσα χαϊδεμένα πρωινά ονειρεύεστε από δω και στο εξής… 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Για την ΕΡΤ κι όσα μας έκλεψαν…

Νιώθω βιασμένη, πικραμένη, απογοητευμένη. Σαν να μου κλέψαν κάτι πολύ προσωπικό και πολύ δικό μου. Που κανένας δεν είχε δικαίωμα να ακουμπήσει τα βρωμόχερα του πάνω του  και να μου το πάρει και όμως τόλμησε και το έκανε. Γιατί αυτοί με τα βρωμόχερα, οι κλεφτές και οι λωποδύτες, έχουν την αηδιαστική συνήθεια να ιδιοποιούνται και να μεταχειρίζονται σαν τσιφλίκι τους πράγματα τα οποία δεν τους ανήκουν. Και δεν τους ανήκουν, γιατί ανήκουν σε όλους. Σε ολόκληρο τον λαό, που έχει μοχθήσει, ιδρώσει και δώσει το αίμα του για να τα φτιάξει και να τα συντηρήσει. Στους πνευματικούς ανθρώπους που πήραν και ακούμπησαν την ψυχή τους πάνω τους, όπως έκανε κάποτε ο Χατζιδάκις με το Τρίτο Πρόγραμμα, για να δημιουργήσει έναν σταθμό-ζωντανή ιστορία που για τόσες δεκαετίες μπόλιασε με πολιτισμό την ελληνική κοινωνία. Αυτό λοιπόν τον απαράβατο όρο του «δεν ιδιοποιούμαι πάνω στις πλάτες των άλλων» τον πάτησε χωρίς κανέναν δισταγμό ο πρωθυπουργός του “αποφασίζουμε και διατάζουμε”, ένας πρωθυπουργός με τα μικρότερα εκλογικά ποσοστά από καταβολής ελληνικού κράτους, που δεν νομιμοποιείται από πουθενά να διοικεί με το δόγμα «βασιλικό διάταγμα και τα λουριά δεμένα» το οποίο ουσιαστικά εφαρμόζει με τις απολυταρχικής έμπνευσης πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παρακάμπτοντας και καταστρατηγώντας με χαρακτηριστική ευκολία το κοινοβούλιο, τους θεσμούς και εν τέλει κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμότητας.
     Από την Τρίτη το βράδυ μου κοστίζει πάρα πολύ που όταν γυρίζω τον διακόπτη στο Δεύτερο Πρόγραμμα δεν ακούω τίποτα εκτός από ένα απόκοσμο βουητό. Νιώθω τα μάτια μου σχεδόν να βουρκώνουν όταν συνειδητοποιώ ότι αυτά που άκουγα εκεί δεν μπορώ να τα ακούσω σχεδόν από πουθενά αλλού και ίσως να μην τα ακούσω ούτε από εκεί ποτέ ξανά. Λόγω της απασχόλησης μου τα τελευταία χρόνια (γιατί και δουλειά ακριβώς δεν την λες αλλά ας μην το πιάσουμε και αυτό) περνούσα και περνάω ατέλειωτες ώρες μέσα σε λεωφορεία και τρένα, πολλές φορές απογοητευμένη, πολλές φορές βαριεστημένη, πολλές φορές μουδιασμένη από τα όσα ζω και βλέπω γύρω μου. Κι αυτή η βελόνα στους 103,7 ήταν συχνά μια όαση ελπίδας και αισιοδοξίας για μένα, γιατί από το πουθενά μπορεί να άκουγα μια φανταστική εκπομπή-αφιέρωμα στο προπολεμικό τραγούδι ή στο πολιτικό τραγούδι ή στο ρεμπέτικο τραγούδι. Μια εκπομπή για την αγαπημένη Αρλέτα και τις μπουάτ, όπως αυτή που έπαιξε στο Δεύτερο πριν από κανένα δίμηνο ή για την Νένα Βενετσάνου, που επίσης έπαιξε πρόσφατα και συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ ακούγοντας αυτές τις υπέροχες γυναίκες και καλλιτέχνιδες να μιλούν για την ζωή και την διαδρομή τους. Στιγμές μαγικές για όσους μπορούν να τις εκτιμήσουν.
    Γιατί κύριοι κρατούντες της γιαλαντζι ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας (πόσο μα πόσο σιχαμερή λέξη) δεν μας ενδιαφέρει όλους και δεν θέλουμε να ανήκουμε στην πλειοψηφία της αποχαύνωσης που με τόσο κόπο δημιουργήσατε στην Ελλάδα, ούτε θέλουμε όλοι να προσκυνάμε τον πολιτισμό του μπουζουκιού και του γαρύφαλλου, που εσείς προκρίνετε, αφού «αυτά θέλει ο κόσμος». Υπάρχουν και ευτυχώς θα υπάρχουν πάντα σε αυτήν την χώρα άνθρωποι που θα δακρύζουν όταν ακούν Λοιζο και όχι Πάολα και θα χορεύουν όταν ακούν Μπέλλου και όχι Βασίλη Καρρά. Γιατί ο πολιτισμός δεν μετριέται και δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί με ορούς ανταγωνιστικότητας και πλειοψηφίας, γιατί αν ήταν έτσι θα καίγαμε τα βιβλία των νομπελιστών ποιητών μας που πουλάνε 1000 αντίτυπα τον χρόνο, για να αγοράζουμε όλοι best-sellers παραλίας που έχουν μεγάλη απήχηση στους πολλούς. Αν εσείς θέλετε η ελληνική κοινωνία να μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα αποχαυνωμένων ζόμπι που καταναλώνουν «πολιτισμό» του καναπέ, εμείς δεν θα το επιτρέψουμε. Γιατί έχουμε και εμείς δικαίωμα να καταναλώνουμε τον δικό μας πολιτισμό κι ας είμαστε λίγοι αυτοί που ακούγαμε Δεύτερο και Τρίτο Πρόγραμμα ή βλέπαμε δημόσια τηλεόραση. Λίγοι πάντοτε σύμφωνα με τους δικούς σας όρους, αυτούς της "αγοράς". Στην τελική δική σας ευθύνη ήταν τόσα χρόνια να εθίσετε τους πολλούς στην αισθητική απόλαυση που προσφέρουν τα αληθινά πολιτιστικά δημιουργήματα αλλά δεν το θέλατε. Δεν το θέλατε γιατί δεν σας βόλευε. Και δεν σας βόλευε, γιατί έτσι θα αφυπνίζονταν οι συνειδήσεις, κάτι που σίγουρα τα μουσικά υποπροϊόντα και τα καθημερινά σκουπίδια των ιδιωτικών καναλιών (που με τις ευλογίες σας παραμένουν ανοιχτα παρότι παράνομα) δεν πρόκειται να κάνουν ποτέ. Για όσα, λοιπόν, μας μάγεψαν, μας ταξίδεψαν, πήραν την σκέψη μας και την πήγαν ένα βήμα παραπέρα, μας έκαναν να ονειρευτούμε και να ελπίσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, για αυτά θα αγωνιστούμε και δεν θα υποκύψουμε. Για όλα αυτά που μας αξίζουν και τους αξίζουμε. Γιατί αρνούμαστε να γίνουμε σαν και εσάς. Για όλα αυτά θα είμαστε κάθε μέρα έξω από την ΕΡΤ, συνέχεια, όσο αντέχουμε…



Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Πασχαλινό


    …..τα βήματα της την φέραν  μπροστά στην εκκλησία της μικρής πόλης. Όμορφη εκκλησία, από πέτρα πελεκητή που λέγαν οι παλιοί. Κόσμος πολύς στεκότανε απ’ έξω, οι γονείς κρατούσαν σφιχτά από το χέρι τα ατίθασα παιδιά που θελαν να τρέξουν ελεύθερα στο προαύλιο της εκκλησίας. Όταν μπήκε μέσα ένιωσε λες και τα βλέμματα πέσανε πάνω της, ίσως επειδή δεν το πολυσυνήθιζε να πηγαίνει. Κουταμάρες βέβαια, στις πόλεις, ακόμη και τις μικρές, κανείς δεν τα προσέχει τέτοια πράγματα. Η μυρωδιά απ’ το καμένο κερί και το θυμιατήρι της έκοψαν την ανάσα. «Να ναι άραγε αυτή η πραγματική κατάνυξη;» σκέφτηκε. Έριξε το κέρμα στο παγκάρι, πήρε ένα κερί και προσπάθησε να βρει αυτό που τόσα χρόνια δεν είχε καταφέρει. Η ατμόσφαιρα μέσα στην εκκλησία ήταν υπνωτιστική. Τα αυτιά της τα νιώθε να βουίζουν κι ο αέρας ήταν βαρύς από τις ανάσες και τις μυρωδιές, τα λόγια του παπά φτάναν θολά σαν βουητό στα αυτιά της. Οι εικόνες γύρω της λες και κοιτούσαν επιτιμητικά σαν να της λέγανε «που ήσουν τόσα χρόνια;». Κι ο παντοκράτορας απ’ τον τρούλο είχε βλέμμα απότομο και βλοσυρό. Έγειρε σ’ ένα στασίδι και προσπάθησε να παρακολουθήσει την λειτουργία. Της ήρθε λιγοθυμιά, όμως έσφιξε τα δόντια και έκλεισε τα μάτια μονάχα για ένα δευτερόλεπτο, μονάχα για ένα δευτερόλεπτο…
     Όταν τα άνοιξε, η εκκλησία είχε αδειάσει. Η νεωκόρος πέρασε για να σβήσει τα κεριά που έφεγγαν τον τόπο σαν να ’ταν μέρα μεσημέρι. Ένα κερί ξέμεινε αναμμένο στο βάθος, σαν ξαφνιασμένο. Κοίταξε μέσα βαθιά στην θυμωμένη σπιθίτσα του και θυμήθηκε αυτό που είχε μόλις δει. Περπατούσε και γελούσε. Όχι μόνη της. Της έπιανε το χέρι η μάνα της. Ήταν μικρή, πολύ μικρή. Και μόλις είχε φύγει από την Ανάσταση. Η λαμπάδα της ήταν ψηλή ίσαμε τον ουρανό, η καλοφτιαγμένη αλογοουρά της της γαργαλούσε τον σβέρκο, τα παπούτσια της ήταν ασπρισμένα και η πλισέ φουστίτσα της καλοσιδερωμένη και τριζάτη. Η μαμά ήταν χαρούμενη, πολύ χαρούμενη. Γελούσε,γελούσε σαν παιδί. Τα μάγουλα της ήταν φλογισμένα, τα βαθυκάστανα μάτια της έλαμπαν σαν πυγολαμπίδες, πιότερο και απ’ τα βεγγαλικά που άναβαν στον ουρανό. Και αυτή χαιρόταν που έβλεπε την μαμά χαρούμενη, να της φιλάει το κεφάλι, τα μάγουλα, να της σφίγγει με θέρμη πρωτόφαντη το χέρι.
    Σαν όνειρο μέσα στο όνειρο, χωνεμένη στιγμή μέσα στο άπειρο των στιγμών. Και περπάτησαν αργά προς την θάλασσα και αυτή τους πιτσίλισε τα πρόσωπα και κατάπιαν λαίμαργα σταγόνα την σταγόνα την αρμύρα της σαν νερό που έπεφτε στο διψασμένο χώμα. Δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί ποτέ την μαμά της έτσι, τόσο όμορφη και φλεγόμενη, αέρινη, σχεδόν μεταφυσική. Συνήθως ήταν λυπημένη, περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό και σπάνια ένα δειλό χαμόγελο χαραζόταν στο πρόσωπο της. Τώρα όμως η χαρά της την είχε συνεπάρει σαν μια ξεκάθαρη υπόσχεση ξέγνοιαστης ζωής, σαν ένα κατακόκκινο αυτοκίνητο που θα τις έπαιρνε και τις δυο και θα τις πήγαινε βόλτα στο περιβόλι της γλύκας. Και έτσι αγκαλιασμένες προχώρησαν με βήματα σίγουρα και δυνατά, σε μια βροντερή κατάκτηση των στιγμών που θα έρχονταν από δω και πέρα, σε μια μαγεμένη υπόμνηση αληθινής ζωής.
    Και ξαφνικά ένιωσε ασφαλής και δυνατή και σκέφτηκε πως αυτό ήταν, τα κατάφερε επιτέλους να βρει μέσα στην άνοιξη, την πασχαλινή της κατάνυξη που τόσο ποθούσε. Τα κατάφερε, τα κατάφερε, τα κατάφερε…